Ἀνὴρ
855 καὶ ποῖ βαδιεῖ σὺ μὴ καταθεὶς τὴν οὐσίαν ;
856 ἐπὶ δεῖπνον .
οὐ δῆτ’ , ἤν γ’ ἐκείναις νοῦς ἐνῇ ,
857 πρίν γ’ ἂν ἀπενέγκῃς .
ἀλλ’ ἀποίσω .
πηνίκα ;
858 οὐ τοὐμὸν τᾶν ἐμποδὼν ἔσται .
τί δή ;
859 ἑτέρους ἀποίσειν φήμ’ ἔθ’ ὑστέρους ἐμοῦ .
860 βαδιεῖ δὲ δειπνήσων ὅμως ;
τί γὰρ πάθω ;
861 τὰ δυνατὰ γὰρ δεῖ τῇ πόλει ξυλλαμβάνειν
862 τοὺς εὖ φρονοῦντας .
ἢν δὲ κωλύσωσι , τί ;
863 ὁμόσ’ εἶμι κύψας .
ἢν δὲ μαστιγῶσι , τί ;
864 καλούμεθ’ αὐτάς .
ἢν δὲ καταγελῶσι , τί ;
865 ἐπὶ ταῖς θύραις ἑστώς
τί δράσεις ; εἰπέ μοι .
866 τῶν ἐσφερόντων ἁρπάσομαι τὰ σιτία .