Ἀνὴρ
728 ἐγὼ δ’ ἵν’ εἰς ἀγοράν γε τὰ σκεύη φέρω ,
729 προχειριοῦμαι κἀξετάσω τὴν οὐσίαν .
730 χώρει σὺ δεῦρο κιναχύρα καλὴ καλῶς
731 τῶν χρημάτων θύραζε πρώτη τῶν ἐμῶν ,
732 ὅπως ἂν ἐντετριμμένη κανηφορῇς ,
733 πολλοὺς κάτω δὴ θυλάκους στρέψασ’ ἐμούς .
734 ποῦ’ σθ’ διφροφόρος ; χύτρα δεῦρ’ ἔξιθι ,
735 νὴ Δία μέλαινά γ’ , οὐδ’ ἂν εἰ τὸ φάρμακον
736 ἕψουσ’ ἔτυχες Λυσικράτης μελαίνεται .
737 ἵστω παρ’ αὐτήν , δεῦρ’ ἴθ’ , κομμώτρια .
738 φέρε δεῦρο ταύτην τὴν ὑδρίαν ὑδριαφόρε
739 ἐνταῦθα . σὺ δὲ δεῦρ’ κιθαρῳδὸς ἔξιθι ,
740 πολλάκις ἀναστήσασά μ’ εἰς ἐκκλησίαν
741 ἀωρὶ νυκτῶν διὰ τὸν ὄρθριον νόμον .
742 τὴν σκάφην λαβὼν προΐτω · τὰ κηρία
743 κόμιζε , τοὺς θαλλοὺς καθίστη πλησίον ,
744 καὶ τὼ τρίποδ’ ἐξένεγκε καὶ τὴν λήκυθον .
745 τὰ χυτρίδι’ ἤδη καὶ τὸν ὄχλον ἀφίετε .