Πραξάγορα
711 βαδιστέον τἄρ’ ἐστὶν εἰς ἀγορὰν ἐμοί ,
712 ἵν’ ἀποδέχωμαι τὰ προσιόντα χρήματα ,
713 λαβοῦσα κηρύκαιναν εὔφωνόν τινα .
714 ἐμὲ γὰρ ἀνάγκη ταῦτα δρᾶν ᾑρημένην
715 ἄρχειν , καταστῆσαί τε τὰ ξυσσίτια ,
716 ὅπως ἂν εὐωχῆσθε πρῶτον τήμερον .
Βλέπυρος
717 ἤδη γὰρ εὐωχησόμεσθα ;
Πραξάγορα
φήμ’ ἐγώ .
718 ἔπειτα τὰς πόρνας καταπαῦσαι βούλομαι
719 ἁπαξαπάσας .
Βλέπυρος
ἵνα τί ;
Πραξάγορα
δῆλον τουτογί ·
720 ἵνα τῶν νέων ἔχωσιν αὗται τὰς ἀκμάς .
721 καὶ τάς γε δούλας οὐχὶ δεῖ κοσμουμένας
722 τὴν τῶν ἐλευθέρων ὑφαρπάζειν Κύπριν ,
723 ἀλλὰ παρὰ τοῖς δούλοισι κοιμᾶσθαι μόνον
724 κατωνάκην τὸν χοῖρον ἀποτετιλμένας .
Βλέπυρος
725 φέρε νυν ἐγώ σοι παρακολουθῶ πλησίον ,
726 ἵν’ ἀποβλέπωμαι καὶ λέγωσί μοι ταδί ,
727 τὸν τῆς στρατηγοῦ τοῦτον οὐ θαυμάζετε ;