Ἀνὴρ
746 ἐγὼ καταθήσω τἀμά ; κακοδαίμων ἄρα
747 ἀνὴρ ἔσομαι καὶ νοῦν ὀλίγον κεκτημένος .
748 μὰ τὸν Ποσειδῶ γ’ οὐδέποτ’ , ἀλλὰ βασανιῶ
749 πρώτιστον αὐτὰ πολλάκις καὶ σκέψομαι .
750 οὐ γὰρ τὸν ἐμὸν ἱδρῶτα καὶ φειδωλίαν
751 οὐδὲν πρὸς ἔπος οὕτως ἀνοήτως ἐκβαλῶ ,
752 πρὶν ἂν ἐκπύθωμαι πᾶν τὸ πρᾶγμ’ ὅπως ἔχει .
753 οὗτος τί τὰ σκευάρια ταυτὶ βούλεται ;
754 πότερον μετοικιζόμενος ἐξενήνοχας
755 αὔτ’ φέρεις ἐνέχυρα θήσων ;
οὐδαμῶς .
756 τί δῆτ’ ἐπὶ στοίχου ’στὶν οὕτως ; οὔτι μὴ
757 Ἱέρωνι τῷ κήρυκι πομπὴν πέμπετε ;
758 μὰ Δί’ ἀλλ’ ἀποφέρειν αὐτὰ μέλλω τῇ πόλει
759 ἐς τὴν ἀγορὰν κατὰ τοὺς δεδογμένους νόμους .
760 μέλλεις ἀποφέρειν ;
πάνυ γε .
κακοδαίμων ἄρ’ εἶ
761 νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρα .
πῶς ;
πῶς ; ῥᾳδίως .
762 τί δ’ ; οὐχὶ πειθαρχεῖν με τοῖς νόμοισι δεῖ ;
763 ποίοισιν δύστηνε ;
τοῖς δεδογμένοις .