Δίκαιος
961 λέξω τοίνυν τὴν ἀρχαίαν παιδείαν ὡς διέκειτο ,
962 ὅτ’ ἐγὼ τὰ δίκαια λέγων ἤνθουν καὶ σωφροσύνη ’νενόμιστο .
963 πρῶτον μὲν ἔδει παιδὸς φωνὴν γρύξαντος μηδὲν ἀκοῦσαι ·
964 εἶτα βαδίζειν ἐν ταῖσιν ὁδοῖς εὐτάκτως ἐς κιθαριστοῦ
965 τοὺς κωμήτας γυμνοὺς ἁθρόους , κεἰ κριμνώδη κατανείφοι .
966 εἶτ’ αὖ προμαθεῖν ᾆσμ’ ἐδίδασκεν τὼ μηρὼ μὴ ξυνέχοντας ,
967 " Παλλάδα περσέπολιν δεινὰν " " τηλέπορόν τι βόαμα , "
968 ἐντειναμένους τὴν ἁρμονίαν , ἣν οἱ πατέρες παρέδωκαν .
969 εἰ δέ τις αὐτῶν βωμολοχεύσαιτ’ κάμψειέν τινα καμπήν ,
970 οἵας οἱ νῦν τὰς κατὰ Φρῦνιν ταύτας τὰς δυσκολοκάμπτους ,
971 ἐπετρίβετο τυπτόμενος πολλὰς ὡς τὰς Μούσας ἀφανίζων .
972 ἐν παιδοτρίβου δὲ καθίζοντας τὸν μηρὸν ἔδει προβαλέσθαι
973 τοὺς παῖδας , ὅπως τοῖς ἔξωθεν μηδὲν δείξειαν ἀπηνές ·
975 εἶτ’ αὖ πάλιν αὖθις ἀνιστάμενον συμψῆσαι , καὶ προνοεῖσθαι
976 εἴδωλον τοῖσιν ἐρασταῖσιν τῆς ἥβης μὴ καταλείπειν .
977 ἠλείψατο δ’ ἂν τοὐμφαλοῦ οὐδεὶς παῖς ὑπένερθεν τότ’ ἄν , ὥστε
978 τοῖς αἰδοίοισι δρόσος καὶ χνοῦς ὥσπερ μήλοισιν ἐπήνθει ·
979 οὐδ’ ἂν μαλακὴν φυρασάμενος τὴν φωνὴν πρὸς τὸν ἐραστὴν
980 αὐτὸς ἑαυτὸν προαγωγεύων τοῖς ὀφθαλμοῖς ἐβάδιζεν ,
981 οὐδ’ ἀνελέσθαι δειπνοῦντ’ ἐξῆν καὶ κεφάλαιον ῥαφανῖδος ,
982 οὐδ’ ἄννηθον τῶν πρεσβυτέρων ἁρπάζειν οὐδὲ σέλινον ,
983 οὐδ’ ὀψοφαγεῖν οὐδὲ κιχλίζειν οὐδ’ ἴσχειν τὼ πόδ’ ἐναλλάξ .
Ἄδικος
984 ἀρχαῖά γε καὶ Διιπολιώδη καὶ τεττίγων ἀνάμεστα
985 καὶ Κηκείδου καὶ Βουφονίων .
Δίκαιος
ἀλλ’ οὖν ταῦτ’ ἐστὶν ἐκεῖνα ,
986 ἐξ ὧν ἄνδρας Μαραθωνομάχας ἡμὴ παίδευσις ἔθρεψεν .
987 σὺ δὲ τοὺς νῦν εὐθὺς ἐν ἱματίοισι διδάσκεις ἐντετυλίχθαι ·
988 ὥστε μ’ ἀπάγχεσθ’ , ὅταν ὀρχεῖσθαι Παναθηναίοις δέον αὐτοὺς
989 τὴν ἀσπίδα τῆς κωλῆς προέχων ἀμελῇ τῆς Τριτογενείας .
990 πρὸς ταῦτ’ μειράκιον θαρρῶν ἐμὲ τὸν κρείττω λόγον αἱροῦ ·
991 κἀπιστήσει μισεῖν ἀγορὰν καὶ βαλανείων ἀπέχεσθαι ,
992 καὶ τοῖς αἰσχροῖς αἰσχύνεσθαι , κἂν σκώπτῃ τίς σε φλέγεσθαι ·
993 καὶ τῶν θάκων τοῖς πρεσβυτέροις ὑπανίστασθαι προσιοῦσιν ,
994 καὶ μὴ περὶ τοὺς σαυτοῦ γονέας σκαιουργεῖν , ἄλλο τε μηδὲν
995 αἰσχρὸν ποιεῖν , ὅτι τῆς αἰδοῦς μέλλεις τἄγαλμ’ ἀναπλάττειν ·
996 μηδ’ εἰς ὀρχηστρίδος εἰσᾴττειν , ἵνα μὴ πρὸς ταῦτα κεχηνὼς
997 μήλῳ βληθεὶς ὑπὸ πορνιδίου τῆς εὐκλείας ἀποθραυσθῇς ·
998 μηδ’ ἀντειπεῖν τῷ πατρὶ μηδέν , μηδ’ Ἰαπετὸν καλέσαντα
999 μνησικακῆσαι τὴν ἡλικίαν ἐξ ἧς ἐνεοττοτροφήθης .
Ἄδικος
1000 εἰ ταῦτ’ μειράκιον πείσει τούτῳ , νὴ τὸν Διόνυσον
1001 τοῖς Ἱπποκράτους υἱέσιν εἴξεις καὶ σε καλοῦσι βλιτομάμμαν .
Δίκαιος
1002 ἀλλ’ οὖν λιπαρός γε καὶ εὐανθὴς ἐν γυμνασίοις διατρίψεις ,
1003 οὐ στωμύλλων κατὰ τὴν ἀγορὰν τριβολεκτράπελ’ οἷάπερ οἱ νῦν ,
1004 οὐδ’ ἑλκόμενος περὶ πραγματίου γλισχραντιλογεξεπιτρίπτου ·
1005 ἀλλ’ εἰς Ἀκαδήμειαν κατιὼν ὑπὸ ταῖς μορίαις ἀποθρέξει
1006 στεφανωσάμενος καλάμῳ λευκῷ μετὰ σώφρονος ἡλικιώτου ,
1007 μίλακος ὄζων καὶ ἀπραγμοσύνης καὶ λεύκης φυλλοβολούσης ,
1008 ἦρος ἐν ὥρᾳ χαίρων , ὁπόταν πλάτανος πτελέᾳ ψιθυρίζῃ .
1009 ἢν ταῦτα ποιῇς ἁγὼ φράζω ,
1010 καὶ πρὸς τούτοις προσέχῃς τὸν νοῦν ,
1011 ἕξεις ἀεὶ
1012 στῆθος λιπαρόν , χροιὰν λαμπράν ,
1013 ὤμους μεγάλους , γλῶτταν βαιάν ,
1014 πυγὴν μεγάλην , πόσθην μικράν .
1015 ἢν δ’ ἅπερ οἱ νῦν ἐπιτηδεύῃς ,
1016 πρῶτα μὲν ἕξεις
1017 χροιὰν ὠχράν , ὤμους μικρούς ,
1018 στῆθος λεπτόν , γλῶτταν μεγάλην ,
1019 πυγὴν μικράν , κωλῆν μεγάλην ,
1020 ψήφισμα μακρόν , καὶ σ’ ἀναπείσει