Χορός
934 παύσασθε μάχης καὶ λοιδορίας .
935 ἀλλ’ ἐπίδειξαι σύ τε τοὺς προτέρους
936 ἅττ’ ἐδίδασκες , σύ τε τὴν καινὴν
937 παίδευσιν , ὅπως ἂν ἀκούσας σφῷν
938 ἀντιλεγόντοιν κρίνας φοιτᾷ .
Δίκαιος
939 δρᾶν ταῦτ’ ἐθέλω .
Ἄδικος
κἄγωγ’ ἐθέλω .
Χορός
940 φέρε δὴ πότερος λέξει πρότερος ;
Ἄδικος
941 τούτῳ δώσω ·
942 κᾆτ’ ἐκ τούτων ὧν ἂν λέξῃ
943 ῥηματίοισιν καινοῖς αὐτὸν
944 καὶ διανοίαις κατατοξεύσω .
945 τὸ τελευταῖον δ’ , ἢν ἀναγρύζῃ ,
946 τὸ πρόσωπον ἅπαν καὶ τὠφθαλμὼ
947 κεντούμενος ὥσπερ ὑπ’ ἀνθρηνῶν
948 ὑπὸ τῶν γνωμῶν ἀπολεῖται .
Χορός
949 νῦν δείξετον τὼ πισύνω τοῖς περιδεξίοισι
950 λόγοισι καὶ φροντίσι καὶ γνωμοτύποις μερίμναις ,
951 ὁπότερος αὐτοῖν λέγων ἀμείνων φανήσεται .
955 νῦν γὰρ ἅπας ἐνθάδε κίνδυνος ἀνεῖται σοφίας ,
956 ἧς πέρι τοῖς ἐμοῖς φίλοις ἐστὶν ἀγὼν μέγιστος .
959 ἀλλ’ πολλοῖς τοὺς πρεσβυτέρους ἤθεσι χρηστοῖς στεφανώσας ,
960 ῥῆξον φωνὴν ᾗτινι χαίρεις , καὶ τὴν σαυτοῦ φύσιν εἰπέ .