Σωκράτης
248 ἡμῖν νόμισμ’ οὐκ ἔστι .
Στρεψιάδης
τῷ γὰρ ὄμνυτ’ ;
249 σιδαρέοισιν ὥσπερ ἐν Βυζαντίῳ ;
Σωκράτης
250 βούλει τὰ θεῖα πράγματ’ εἰδέναι σαφῶς
251 ἅττ’ ἐστὶν ὀρθῶς ;
Στρεψιάδης
νὴ Δί’ εἴπερ ἔστι γε .
Σωκράτης
252 καὶ ξυγγενέσθαι ταῖς Νεφέλαισιν ἐς λόγους ,
253 ταῖς ἡμετέραισι δαίμοσιν ;
Στρεψιάδης
μάλιστά γε .
Σωκράτης
254 κάθιζε τοίνυν ἐπὶ τὸν ἱερὸν σκίμποδα .
Στρεψιάδης
255 ἰδοὺ κάθημαι .
Σωκράτης
τουτονὶ τοίνυν λαβὲ
256 τὸν στέφανον .
Στρεψιάδης
ἐπὶ τί στέφανον ; οἴμοι Σώκρατες
257 ὥσπερ με τὸν Ἀθάμανθ’ ὅπως μὴ θύσετε .
Σωκράτης
258 οὔκ , ἀλλὰ ταῦτα πάντα τοὺς τελουμένους
259 ἡμεῖς ποιοῦμεν .
Στρεψιάδης
εἶτα δὴ τί κερδανῶ ;
Σωκράτης
260 λέγειν γενήσει τρῖμμα κρόταλον παιπάλη .
261 ἀλλ’ ἔχ’ ἀτρεμί .
Στρεψιάδης
μὰ τὸν Δί’ οὐ ψεύσει γέ με ·
262 καταπαττόμενος γὰρ παιπάλη γενήσομαι .
Σωκράτης
263 εὐφημεῖν χρὴ τὸν πρεσβύτην καὶ τῆς εὐχῆς ἐπακούειν .
264 δέσποτ’ ἄναξ ἀμέτρητ’ Ἀήρ , ὃς ἔχεις τὴν γῆν μετέωρον ,
265 λαμπρός τ’ Αἰθὴρ σεμναί τε θεαὶ Νεφέλαι βροντησικέραυνοι ,
266 ἄρθητε φάνητ’ δέσποιναι τῷ φροντιστῇ μετέωροι .