Στρεψιάδης
227 ἀλλ’ οὐκ ἀπὸ τῆς γῆς , εἴπερ ;
Σωκράτης
οὐ γὰρ ἄν ποτε
228 ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα ,
229 εἰ μὴ κρεμάσας τὸ νόημα καὶ τὴν φροντίδα
230 λεπτὴν καταμείξας ἐς τὸν ὅμοιον ἀέρα .
231 εἰ δ’ ὢν χαμαὶ τἄνω κάτωθεν ἐσκόπουν ,
232 οὐκ ἄν ποθ’ ηὗρον · οὐ γὰρ ἀλλ’ γῆ βίᾳ
233 ἕλκει πρὸς αὑτὴν τὴν ἰκμάδα τῆς φροντίδος .
234 πάσχει δὲ ταὐτὸ τοῦτο καὶ τὰ κάρδαμα .
Στρεψιάδης
235 τί φῄς ;
236 φροντὶς ἕλκει τὴν ἰκμάδ’ ἐς τὰ κάρδαμα ;
237 ἴθι νυν κατάβηθ’ Σωκρατίδιον ὡς ἐμέ ,
238 ἵνα με διδάξῃς ὧνπερ οὕνεκ’ ἐλήλυθα .
Σωκράτης
239 ἦλθες δὲ κατὰ τί ;
Στρεψιάδης
βουλόμενος μαθεῖν λέγειν .
240 ὑπὸ γὰρ τόκων χρήστων τε δυσκολωτάτων
241 ἄγομαι φέρομαι , τὰ χρήματ’ ἐνεχυράζομαι .
Σωκράτης
242 πόθεν δ’ ὑπόχρεως σαυτὸν ἔλαθες γενόμενος ;
Στρεψιάδης
243 νόσος μ’ ἐπέτριψεν ἱππικὴ δεινὴ φαγεῖν .
244 ἀλλά με δίδαξον τὸν ἕτερον τοῖν σοῖν λόγοιν ,
245 τὸν μηδὲν ἀποδιδόντα . μισθὸν δ’ ὅντιν’ ἂν
246 πράττῃ μ’ ὀμοῦμαί σοι καταθήσειν τοὺς θεούς .
Σωκράτης
247 ποίους θεοὺς ὀμεῖ σύ ; πρῶτον γὰρ θεοὶ