Ἡμιχόριον
557 ἄληθες ὦπίτριπτε καί μιαρώτατε ;
558 ταυτὶ σὺ τολμᾷς πτωχὸς ὢν ἡμᾶς λέγειν ,
559 καὶ συκοφάντης εἴ τις ἦν ὠνείδισας ;
560 νὴ τὸν Ποσειδῶ καὶ λέγει γ’ ἅπερ λέγει
561 δίκαια πάντα κοὐδὲν αὐτῶν ψεύδεται .
562 εἶτ’ εἰ δίκαια , τοῦτον εἰπεῖν αὔτ’ ἐχρῆν ;
563 ἀλλ’ οὔτι χαίρων ταῦτα τολμήσει λέγειν .
564 οὗτος σὺ ποῖ θεῖς ; οὐ μενεῖς ; ὡς εἰ θενεῖς
565 τὸν ἄνδρα τοῦτον , αὐτὸς ἀρθήσει τάχα .
566 ἰὼ Λάμαχ’ βλέπων ἀστραπάς ,
567 βοήθησον γοργολόφα φανείς ,
568 ἰὼ Λάμαχ’ φίλ’ φυλέτα ·
569 εἴτε τις ἔστι ταξίαρχος στρατηγὸς
570 τειχομάχας ἀνήρ , βοηθησάτω
571 τις ἀνύσας . ἐγὼ γὰρ ἔχομαι μέσος .
Λάμαχος
572 πόθεν βοῆς ἤκουσα πολεμιστηρίας ;
573 ποῖ χρὴ βοηθεῖν ; ποῖ κυδοιμὸν ἐμβαλεῖν ;
574 τίς Γοργόν’ ἐξήγειρεν ἐκ τοῦ σάγματος ;
Δικαιόπολις
575 Λάμαχ’ ἥρως , τῶν λόφων καὶ τῶν λόχων .
Ἡμιχόριον
575a Λάμαχ’ , οὐ γὰρ οὗτος ἅνθρωπος πάλαι
576 ἅπασαν ἡμῶν τὴν πόλιν κακορροθεῖ ;
Λάμαχος
577 οὗτος σὺ τολμᾷς πτωχὸς ὢν λέγειν τάδε ;