Δικαιόπολις
496 μή μοι φθονήσητ’ ἄνδρες οἱ θεώμενοι ,
497 εἰ πτωχὸς ὢν ἔπειτ’ ἐν Ἀθηναίοις λέγειν
498 μέλλω περὶ τῆς πόλεως , τρυγῳδίαν ποιῶν .
500 τὸ γὰρ δίκαιον οἶδε καὶ τρυγῳδία .
501 ἐγὼ δὲ λέξω δεινὰ μὲν δίκαια δέ .
502 οὐ γάρ με νῦν γε διαβαλεῖ Κλέων ὅτι
503 ξένων παρόντων τὴν πόλιν κακῶς λέγω .
504 αὐτοὶ γάρ ἐσμεν οὑπὶ Ληναίῳ τ’ ἀγών ,
505 κοὔπω ξένοι πάρεισιν · οὔτε γὰρ φόροι
506 ἥκουσιν οὔτ’ ἐκ τῶν πόλεων οἱ ξύμμαχοι ·
507 ἀλλ’ ἐσμὲν αὐτοὶ νῦν γε περιεπτισμένοι ·
508 τοὺς γὰρ μετοίκους ἄχυρα τῶν ἀστῶν λέγω .
509 ἐγὼ δὲ μισῶ μὲν Λακεδαιμονίους σφόδρα ,
510 καὐτοῖς Ποσειδῶν οὑπὶ Ταινάρῳ θεὸς
511 σείσας ἅπασιν ἐμβάλοι τὰς οἰκίας ·
512 κἀμοὶ γάρ ἐστ’ ἀμπέλια διακεκομμένα .
513 ἀτὰρ φίλοι γὰρ οἱ παρόντες ἐν λόγῳ ,
514 τί ταῦτα τοὺς Λάκωνας αἰτιώμεθα ;
515 ἡμῶν γὰρ ἄνδρες , κοὐχὶ τὴν πόλιν λέγω ,
516 μέμνησθε τοῦθ’ ὅτι οὐχὶ τὴν πόλιν λέγω ,
517 ἀλλ’ ἀνδράρια μοχθηρά , παρακεκομμένα ,
518 ἄτιμα καὶ παράσημα καὶ παράξενα ,
519 ἐσυκοφάντει Μεγαρέων τὰ χλανίσκια ·
520 κεἴ που σίκυον ἴδοιεν λαγῴδιον
521 χοιρίδιον σκόροδον χόνδρους ἅλας ,
522 ταῦτ’ ἦν Μεγαρικὰ κἀπέπρατ’ αὐθημερόν .
523 καὶ ταῦτα μὲν δὴ σμικρὰ κἀπιχώρια ,
524 πόρνην δὲ Σιμαίθαν ἰόντες Μεγαράδε
525 νεανίαι κλέπτουσι μεθυσοκότταβοι ·
526 κᾆθ’ οἱ Μεγαρῆς ὀδύναις πεφυσιγγωμένοι
527 ἀντεξέκλεψαν Ἀσπασίας πόρνα δύο ·
528 κἀντεῦθεν ἀρχὴ τοῦ πολέμου κατερράγη
529 Ἕλλησι πᾶσιν ἐκ τριῶν λαικαστριῶν .
530 ἐντεῦθεν ὀργῇ Περικλέης οὑλύμπιος
531 ἤστραπτ’ ἐβρόντα ξυνεκύκα τὴν Ἑλλάδα ,
532 ἐτίθει νόμους ὥσπερ σκόλια γεγραμμένους ,
533 ὡς χρὴ Μεγαρέας μήτε γῇ μήτ’ ἐν ἀγορᾷ
534 μήτ’ ἐν θαλάττῃ μήτ’ ἐν οὐρανῷ μένειν .
535 ἐντεῦθεν οἱ Μεγαρῆς , ὅτε δὴ ’πείνων βάδην ,
536 Λακεδαιμονίων ἐδέοντο τὸ ψήφισμ’ ὅπως
537 μεταστραφείη τὸ διὰ τὰς λαικαστρίας ·
538 κοὐκ ἠθέλομεν ἡμεῖς δεομένων πολλάκις .
539 κἀντεῦθεν ἤδη πάταγος ἦν τῶν ἀσπίδων .
540 ἐρεῖ τις , οὐ χρῆν · ἀλλὰ τί ἐχρῆν , εἴπατε .
541 φέρ’ εἰ Λακεδαιμονίων τις ἐκπλεύσας σκάφει
542 ἀπέδοτο φήνας κυνίδιον Σεριφίων ,
543 καθῆσθ’ ἂν ἐν δόμοισιν ; πολλοῦ γε δεῖ ·
544 καὶ κάρτα μέντἂν εὐθέως καθείλκετε
545 τριακοσίας ναῦς , ἦν δ’ ἂν πόλις πλέα
546 θορύβου στρατιωτῶν , περὶ τριηράρχου βοῆς ,
547 μισθοῦ διδομένου , παλλαδίων χρυσουμένων ,
548 στοᾶς στεναχούσης , σιτίων μετρουμένων ,
549 ἀσκῶν , τροπωτήρων , κάδους ὠνουμένων ,
550 σκορόδων , ἐλαῶν , κρομμύων ἐν δικτύοις ,
551 στεφάνων , τριχίδων , αὐλητρίδων , ὑπωπίων ·
552 τὸ νεώριον δ’ αὖ κωπέων πλατουμένων ,
553 τύλων ψοφούντων , θαλαμιῶν τροπουμένων ,
554 αὐλῶν , κελευστῶν , νιγλάρων , συριγμάτων .
555 ταῦτ’ οἶδ’ ὅτι ἂν ἐδρᾶτε · τὸν δὲ Τήλεφον
556 οὐκ οἰόμεσθα ; νοῦς ἄρ’ ἡμῖν οὐκ ἔνι .