Δικαιόπολις
578 Λάμαχ’ ἥρως , ἀλλὰ συγγνώμην ἔχε ,
579 εἰ πτωχὸς ὢν εἶπόν τι κἀστωμυλάμην .
Λάμαχος
580 τί δ’ εἶπας ἡμᾶς ; οὐκ ἐρεῖς ;
Δικαιόπολις
οὐκ οἶδά πω ·
581 ὑπὸ τοῦ δέους γὰρ τῶν ὅπλων εἰλιγγιῶ .
582 ἀλλ’ ἀντιβολῶ σ’ ἀπένεγκέ μου τὴν μορμόνα .
Λάμαχος
583 ἰδού .
Δικαιόπολις
παράθες νυν ὑπτίαν αὐτὴν ἐμοί .
Λάμαχος
584 κεῖται .
Δικαιόπολις
φέρε νυν ἀπὸ τοῦ κράνους μοι τὸ πτερόν .
Λάμαχος
585 τουτὶ πτίλον σοι .
Δικαιόπολις
τῆς κεφαλῆς νύν μου λαβοῦ ,
586 ἵν’ ἐξεμέσω · βδελύττομαι γὰρ τοὺς λόφους .
Λάμαχος
587 οὗτος τί δράσεις ; τῷ πτίλῳ μέλλεις ἐμεῖν ;
588 πτίλον γάρ ἐστιν
Δικαιόπολις
εἰπέ μοι τίνος ποτὲ
589 ὄρνιθός ἐστιν ; ἆρα κομπολακύθου ;
Λάμαχος
590 οἴμ’ ὡς τεθνήξεις .
Δικαιόπολις
μηδαμῶς Λάμαχε ·
591 οὐ γὰρ κατ’ ἰσχύν ἐστιν · εἰ δ’ ἰσχυρὸς εἶ ,
592 τί μ’ οὐκ ἀπεψώλησας ; εὔοπλος γὰρ εἶ .
Λάμαχος
593 ταυτὶ λέγεις σὺ τὸν στρατηγὸν πτωχὸς ὤν ;
Δικαιόπολις
594 ἐγὼ γάρ εἰμι πτωχός ;
Λάμαχος
ἀλλὰ τίς γὰρ εἶ ;