Κῆρυξ
926 ἤκουσα τοὔπος δ’ οὐδαμῶς φιλόξενον .
Βασιλεύς
927 οὐ γὰρ ξενοῦμαι τοὺς θεῶν συλήτορας .
Κῆρυξ
928 λέγοιμ’ ἂν ἐλθὼν παισὶν Αἰγύπτου τάδε .
Βασιλεύς
929 ἀβουκόλητον τοῦτ’ ἐμῷ , φρονήματι .
Κῆρυξ
930 ἀλλ’ ὡς ἂν εἰδὼς ἐννέπω σαφέστερον ,
931 καὶ γὰρ πρέπει κήρυκ’ ἀπαγγέλλειν τορῶς
932 ἕκαστα , πῶς φῶ , πρὸς τίνος τ’ ἀφαιρεθεὶς
933 ἥκειν γυναικῶν αὐτανέψιον στόλον ;
934 οὔτοι δικάζει ταῦτα μαρτύρων ὕπο
935 Ἄρης · τὸ νεῖκος δ’ οὐκ ἐν ἀργύρου λαβῇ
936 ἔλυσεν · ἀλλὰ πολλὰ γίγνεται πάρος
937 πεσήματ’ ἀνδρῶν κἀπολακτισμοὶ βίου .
Βασιλεύς
938 τί σοι λέγειν χρὴ τοὔνομ’ ; ἐν χρόνῳ μαθὼν
939 εἴσῃ σύ τ’ αὐτὸς χοἰ ξυνέμποροι σέθεν .
940 ταύτας δ’ ἑκούσας μὲν κατ’ εὔνοιαν φρενῶν
941 ἄγοις ἄν , εἴπερ εὐσεβὴς πίθοι λόγος .
942 τοία δὲ δημόπρακτος ἐκ πόλεως μία
943 ψῆφος κέκρανται , μήποτ’ ἐκδοῦναι βίᾳ
944 στόλον γυναικῶν · τῶνδ’ ἐφήλωται τορῶς
945 γόμφος διαμπάξ , ὡς μένειν ἀραρότως .
946 ταῦτ’ οὐ πίναξίν ἐστιν ἐγγεγραμμένα
947 οὐδ’ ἐν πτυχαῖς βίβλων κατεσφραγισμένα ,
948 σαφῆ δ’ ἀκούεις ἐξ ἐλευθεροστόμου
949 γλώσσης . κομίζου δ’ ὡς τάχιστ’ ἐξ ὀμμάτων .