Κῆρυξ
902 εἰ μή τις ἐς ναῦν εἶσιν αἰνέσας τάδε ,
903 λακὶς χιτῶνος ἔργον οὐ κατοικτιεῖ .
Χορός
904 διωλόμεσθ’ · ἄσεπτ’ , ἄναξ , πάσχομεν
Κῆρυξ
905 πολλοὺς ἄνακτας , παῖδας Αἰγύπτου τάχα
906 ὄψεσθε · θαρσεῖτ’ , οὐκ ἐρεῖτ’ ἀναρχίαν .
Χορός
907 ἰὼ πόλεως ἀγοὶ πρόμοι , δάμναμαι .
Κῆρυξ
909 ἕλξειν ἔοιχ’ ὑμᾶς ἀποσπάσας κόμης ,
910 ἐπεὶ οὐκ ἀκούετ’ ὀξὺ τῶν ἐμῶν λόγων .
Βασιλεύς
911 οὗτος , τί ποιεῖς ; ἐκ ποίου φρονήματος
912 ἀνδρῶν Πελασγῶν τήνδ’ ἀτιμάζεις χθόνα ;
913 ἀλλ’ γυναικῶν ἐς πόλιν δοκεῖς μολεῖν ;
914 κάρβανος ὢν δ’ Ἕλλησιν ἐγχλίεις ἄγαν ·
915 καὶ πόλλ’ ἁμαρτὼν οὐδὲν ὤρθωσας φρενί .
Κῆρυξ
916 τί δ’ ἠμπλάκηται τῶνδ’ ἐμοὶ δίκης ἄτερ ;
Βασιλεύς
917 ξένος μὲν εἶναι πρῶτον οὐκ ἐπίστασαι .
Κῆρυξ
918 πῶς δ’ οὐχί ; τἄμ’ ὀλωλόθ’ εὑρίσκων ἄγω .
Βασιλεύς
919 ποίοισιν εἰπὼν προξένοις ἐγχωρίοις ;
Κῆρυξ
920 Ἑρμῇ μεγίστῳ προξένῳ μαστηρίῳ .
Βασιλεύς
921 θεοῖσιν εἰπὼν τοὺς θεοὺς οὐδὲν σέβῃ .
Κῆρυξ
922 τοὺς ἀμφὶ Νεῖλον δαίμονας σεβίζομαι .
Βασιλεύς
923 οἱ δ’ ἐνθάδ’ οὐδέν , ὡς ἐγὼ σέθεν κλύω ;
Κῆρυξ
924 ἄγοιμ’ ἄν , εἴ τις τάσδε μὴ ’ξαιρήσεται .
Βασιλεύς
925 κλάοις ἄν , εἰ ψαύσειας , οὐ μάλ’ ἐς μακράν .