Κῆρυξ
950 ἔοιγμεν ἤδη πόλεμον ἀρεῖσθαι νέον .
951 εἴη δὲ νίκη καὶ κράτη τοῖς ἄρσεσιν .
Βασιλεύς
952 ἀλλ’ ἄρσενάς τοι τῆσδε γῆς οἰκήτορας
953 εὑρήσετ’ οὐ πίνοντας ἐκ κριθῶν μέθυ .
954 ὑμεῖς δὲ πᾶσαι σὺν φίλαις ὀπάοσι
955 θράσος λαβοῦσαι στείχετ’ εὐερκῆ πόλιν ,
956 πύργων βαθείᾳ μηχανῇ κεκλῃμένην .
957 καὶ δώματ’ ἐστὶ πολλὰ μὲν τὰ δήμια ,
958 δεδωμάτωμαι δ’ οὐδ’ ἐγὼ σμικρᾷ χερί .
959 ἔνθ’ ὑμίν ἐστιν εὐτύκους ναίειν δόμους
960 πολλῶν μετ’ ἄλλων · εἰ δέ τις μείζων χάρις ,
961 πάρεστιν οἰκεῖν καὶ μονορρύθμους δόμους .
962 τούτων τὰ λῷστα καὶ τὰ θυμηδέστατα
963 πάρεστι , λωτίσασθε . προστάτης δ’ ἐγὼ
964 ἀστοί τε πάντες , ὧνπερ ἥδε κραίνεται
965 ψῆφος . τί τῶνδε κυριωτέρους μένεις ;