Ὕλλος
1243 δείλαιος , ὡς ἐς πολλὰ τἀπορεῖν ἔχω .
Ἡρακλῆς
1244 οὐ γὰρ δικαιοῖς τοῦ φυτεύσαντος κλύειν .
Ὕλλος
1245 ἀλλ’ ἐκδιδαχθῶ δῆτα δυσσεβεῖν , πάτερ ;
Ἡρακλῆς
1246 οὐ δυσσέβεια , τοὐμὸν εἰ τέρψεις κέαρ .
Ὕλλος
1247 πράσσειν ἄνωγας οὖν με πανδίκως τάδε ;
Ἡρακλῆς
1248 ἔγωγε · τούτων μάρτυρας καλῶ θεούς .
Ὕλλος
1249 τοιγὰρ ποήσω κοὐκ ἀπώσομαι , τὸ σὸν
1250 θεοῖσι δεικνὺς ἔργον · οὐ γὰρ ἄν ποτε
1251 κακὸς φανείην σοί γε πιστεύσας , πάτερ .
Ἡρακλῆς
1252 καλῶς τελευτᾷς , κἀπὶ τοῖσδε τὴν χάριν
1253 ταχεῖαν , παῖ , πρόσθες , ὡς πρὶν ἐμπεσεῖν
1254 σπαραγμὸν τιν’ οἶστρον , ἐς πυράν με θῇς .
1255 ἄγ’ ἐγκονεῖτ’ , αἴρεσθε · παῦλά τοι κακῶν
1256 αὕτη , τελευτὴ τοῦδε τἀνδρὸς ὑστάτη .
Ὕλλος
1257 ἀλλ’ οὐδὲν εἴργει σοὶ τελειοῦσθαι τάδε ,
1258 ἐπεὶ κελεύεις κἀξαναγκάζεις , πάτερ .
Ἡρακλῆς
1259 ἄγε νυν , πρὶν τήνδ’ ἀνακινῆσαι
1260 νόσον , ψυχὴ σκληρά , χάλυβος
1261 λιθοκόλλητον στόμιον παρέχουσ’ ,
1262 ἀνάπαυε βοήν , ὡς ἐπίχαρτον
1263 τελέουσ’ ἀεκούσιον ἔργον .