Ἡρακλῆς
1221 ἔγνως . τοσοῦτον δή σ’ ἐπισκήπτω , τέκνον ·
1222 ταύτην ἐμοῦ θανόντος , εἴπερ εὐσεβεῖν
1223 βούλει , πατρῴων ὁρκίων μεμνημένος ,
1224 προσθοῦ δάμαρτα , μηδ’ ἀπιστήσῃς πατρί ·
1225 μηδ’ ἄλλος ἀνδρῶν τοῖς ἐμοῖς πλευροῖς ὁμοῦ
1226 κλιθεῖσαν αὐτὴν ἀντὶ σοῦ λάβῃ ποτέ ,
1227 ἀλλ’ αὐτός , παῖ , τοῦτο κήδευσον λέχος .
1228 πείθου · τὸ γάρ τοι μεγάλα πιστεύσαντ’ ἐμοὶ
1229 σμικροῖς ἀπιστεῖν τὴν πάρος συγχεῖ χάριν .
Ὕλλος
1230 οἴμοι · τὸ μὲν νοσοῦντι θυμοῦσθαι κακόν ,
1231 τὸ δ’ ὧδ’ ὁρᾶν φρονοῦντα τίς ποτ’ ἂν φέροι ;
Ἡρακλῆς
1232 ὡς ἐργασείων οὐδὲν ὧν λέγω θροεῖς .
Ὕλλος
1233 τίς γάρ ποθ’ , μοι μητρὶ μὲν θανεῖν μόνη
1234 μεταίτιος σοί τ’ αὖθις ὡς ἔχεις ἔχειν ,
1235 τίς ταῦτ’ ἄν , ὅστις μὴ ’ξ ἀλαστόρων νοσοῖ ,
1236 ἕλοιτο ; κρεῖσσον κἀμέ γ’ , πάτερ , θανεῖν
1237 τοῖσιν ἐχθίστοισι συνναίειν ὁμοῦ .
Ἡρακλῆς
1238 ἁνὴρ ὅδ’ , ὡς ἔοικεν , οὐ νεμεῖν ἐμοὶ
1239 φθίνοντι μοῖραν · ἀλλά τοι θεῶν ἀρὰ
1240 μενεῖ σ’ ἀπιστήσαντα τοῖς ἐμοῖς λόγοις .
Ὕλλος
1241 ὤμοι , τάχ’ , ὡς ἔοικας , ὡς νοσεῖς φράσεις .
Ἡρακλῆς
1242 σὺ γάρ μ’ ἀπ’ εὐνασθέντος ἐκκινεῖς κακοῦ .