Ἡρακλῆς
1046 πολλὰ δὴ καὶ θερμὰ κοὐ λόγῳ κακὰ
1047 καὶ χερσὶ καὶ νώτοισι μοχθήσας ἐγώ ·
1048 κοὔπω τοιοῦτον οὔτ’ ἄκοιτις Διὸς
1049 προύθηκεν οὔθ’ στυγνὸς Εὐρυσθεὺς ἐμοί ,
1050 οἷον τόδ’ δολῶπις Οἰνέως κόρη
1051 καθῆψεν ὤμοις τοῖς ἐμοῖς Ἐρινύων
1052 ὑφαντὸν ἀμφίβληστρον , διόλλυμαι .
1053 πλευραῖσι γὰρ προσμαχθὲν ἐκ μὲν ἐσχάτας
1054 βέβρωκε σάρκας , πλεύμονός τ’ ἀρτηρίας
1055 ῥοφεῖ ξυνοικοῦν , ἐκ δὲ χλωρὸν αἷμά μου
1056 πέπωκεν ἤδη , καὶ διέφθαρμαι δέμας
1057 τὸ πᾶν , ἀφράστῳ τῇδε χειρωθεὶς πέδῃ .
1058 κοὐ ταῦτα λόγχη πεδιάς , οὔθ’ γηγενὴς
1059 στρατὸς Γιγάντων οὔτε θήρειος βία ,
1060 οὔθ’ Ἑλλὰς οὔτ’ ἄγλωσσος οὔθ’ ὅσην ἐγὼ
1061 γαῖαν καθαίρων ἱκόμην , ἔδρασέ πω ·
1062 γυνὴ δέ , θῆλυς φῦσα κοὐκ ἀνδρὸς φύσιν ,
1063 μόνη με δὴ καθεῖλε φασγάνου δίχα .
1064 παῖ , γενοῦ μοι παῖς ἐτήτυμος γεγώς ,
1065 καὶ μὴ τὸ μητρὸς ὄνομα πρεσβεύσῃς πλέον .
1066 δός μοι χεροῖν σαῖν αὐτὸς ἐξ οἴκου λαβὼν
1067 ἐς χεῖρα τὴν τεκοῦσαν , ὡς εἰδῶ σάφα
1068 εἰ τοὐμὸν ἀλγεῖς μᾶλλον κείνης ὁρῶν
1069 λωβητὸν εἶδος ἐν δίκῃ κακούμενον .
1070 ἴθ’ , τέκνον , τόλμησον · οἴκτιρόν τέ με
1071 πολλοῖσιν οἰκτρόν , ὅστις ὥστε παρθένος
1072 βέβρυχα κλαίων , καὶ τόδ’ οὐδ’ ἂν εἷς ποτε
1073 τόνδ’ ἄνδρα φαίη πρόσθ’ ἰδεῖν δεδρακότα ,
1074 ἀλλ’ ἀστένακτος αἰὲν εἱπόμην κακοῖς .
1075 νῦν δ’ ἐκ τοιούτου θῆλυς ηὕρημαι τάλας .
1076 καὶ νῦν προσελθὼν στῆθι πλησίον πατρός ,
1077 σκέψαι θ’ ὁποίας ταῦτα συμφορᾶς ὕπο
1078 πέπονθα · δείξω γὰρ τάδ’ ἐκ καλυμμάτων .
1079 ἰδού , θεᾶσθε πάντες ἄθλιον δέμας ,
1080 ὁρᾶτε τὸν δύστηνον , ὡς οἰκτρῶς ἔχω .
1081 αἰαῖ , τάλας ,
1082 ἔθαλψεν ἄτης σπασμὸς ἀρτίως ὅδ’ αὖ ,
1083 διῇξε πλευρῶν , οὐδ’ ἀγύμναστόν μ’ ἐᾶν
1084 ἔοικεν τάλαινα διάβορος νόσος .
1085 ὦναξ Ἀίδη , δέξαι μ’ ,
1086 Διὸς ἀκτίς , παῖσον ,
1087 ἔνσεισον , ὦναξ , ἐγκατάσκηψον βέλος ,
1088 πάτερ , κεραυνοῦ · δαίνυται γὰρ αὖ πάλιν ,
1089 ἤνθηκεν , ἐξωρμήκεν . χέρες χέρες ,
1090 νῶτα καὶ στέρν’ , φίλοι βραχίονες ,
1091 ὑμεῖς δὲ κεῖνοι δὴ καθέσταθ’ , οἵ ποτε
1092 Νεμέας ἔνοικον , βουκόλων ἀλάστορα
1093 λέοντ’ , ἄπλατον θρέμμα κἀπροσήγορον ,
1094 βίᾳ κατειργάσασθε , Λερναίαν θ’ ὕδραν ,
1095 διφυῆ τ’ ἄμικτον ἱπποβάμονα στρατὸν
1096 θηρῶν , ὑβριστὴν ἄνομον , ὑπέροχον βίαν ,
1097 Ἐρυμάνθιόν τε θῆρα , τόν θ’ ὑπὸ χθονὸς
1098 Ἅιδου τρίκρανον σκύλακ’ , ἀπρόσμαχον τέρας ,
1099 δεινῆς Ἐχίδνης θρέμμα , τόν τε χρυσέων
1100 δράκοντα μήλων φύλακ’ ἐπ’ ἐσχάτοις τόποις .
1101 ἄλλων τε μόχθων μυρίων ἐγευσάμην ,
1102 κοὐδεὶς τροπαῖ’ ἔστησε τῶν ἐμῶν χερῶν .
1103 νῦν δ’ ὧδ’ ἄναρθρος καὶ κατερρακωμένος
1104 τυφλῆς ὑπ’ ἄτης ἐκπεπόρθημαι τάλας ,
1105 τῆς ἀρίστης μητρὸς ὠνομασμένος ,
1106 τοῦ κατ’ ἄστρα Ζηνὸς αὐδηθεὶς γόνος .
1107 ἀλλ’ εὖ γέ τοι τόδ’ ἴστε , κἂν τὸ μηδὲν
1108 κἂν μηδὲν ἕρπω , τήν γε δράσασαν τάδε
1109 χειρώσομαι κἀκ τῶνδε · προσμόλοι μόνον ,
1110 ἵν’ ἐκδιδαχθῇ πᾶσιν ἀγγέλλειν ὅτι
1111 καὶ ζῶν κακούς γε καὶ θανὼν ἐτισάμην .