Ἡμιχόριον
863 πότερον ἐγὼ μάταιος , κλύω τινὸς
864 οἴκτου δι’ οἴκων ἀρτίως ὁρμωμένου ; τί φημι ;
865 ἠχεῖ τις οὐκ ἄσημον , ἀλλὰ δυστυχῆ
866 κωκυτὸν εἴσω , καί τι καινίζει στέγη .
867 ξύνες δὲ
868 τήνδ’ ὡς κατηφὴς καὶ συνωφρυωμένη
870 χωρεῖ πρὸς ἡμᾶς γραῖα σημανοῦσά τι .
Τροφός
871 παῖδες , ὡς ἄρ’ ἡμὶν οὐ σμικρῶν κακῶν
872 ἦρξεν τὸ δῶρον Ἡρακλεῖ τὸ πόμπιμον .
Χορός
873 τί δ’ , γεραιά , καινοποιηθὲν λέγεις ;
Τροφός
874 βέβηκε Δῃάνειρα τὴν πανυστάτην
875 ὁδῶν ἁπασῶν ἐξ ἀκινήτου ποδός .
Χορός
876 οὐ δή ποθ’ ὡς θανοῦσα ;
Τροφός
πάντ’ ἀκήκοας .
Χορός
877 τέθνηκεν τάλαινα ;
Τροφός
δεύτερον κλύεις .
Χορός
878 τάλαιν’ ὀλεθρία · τίνι τρόπῳ θανεῖν σφε φής ;
Τροφός
879 σχετλιώτατά γε πρὸς πρᾶξιν .
Χορός
880 εἰπὲ τῷ μόρῳ ,
881 γύναι , ξυντρέχει .
Τροφός
882 αὑτὴν διηΐστωσε .
Χορός
883 τίς θυμὸς τίνες νόσοι
884 τάνδ’ αἰχμᾷ βέλεος κακοῦ ξυνεῖλε ; πως ἐμήσατο
885 πρὸς θανάτῳ θάνατον ἀνύσασα μόνα ;
Τροφός
886 στονόεντος ἐν τομᾷ σιδάρου .
Χορός
887 ἐπεῖδες , ματαία , τάνδε τὴν ὕβριν ;
Τροφός
888 ἐπεῖδον , ὡς δὴ πλησία παραστάτις .