Χορός
821 ἴδ’ οἷον , παῖδες , προσέμιξεν ἄφαρ
822 τοὔπος τὸ θεοπρόπον ἡμῖν
823 τᾶς παλαιφάτου προνοίας ,
824 τ’ ἔλακεν , ὁπότε τελεόμηνος ἐκφέροι
825 δωδέκατος ἄροτος , ἀναδοχὰν τελεῖν πόνων
826 τῷ Διὸς αὐτόπαιδι · καὶ τάδ’ ὀρθῶς
827 ἔμπεδα κατουρίζει . πῶς γὰρ ἂν μὴ λεύσσων
830 ἔτι ποτ’ ἔτ’ ἐπίπονον πόνων ἔχοι θανὼν λατρείαν ;
831 εἰ γάρ σφε Κενταύρου φονίᾳ νεφέλᾳ
832 χρίει δολοποιὸς ἀνάγκα
833 πλευρά , προστακέντος ἰοῦ ,
834 ὃν τέκετο θάνατος , ἔτρεφε δ’ αἰόλος δράκων ,
835 πῶς ὅδ’ ἂν ἀέλιον ἕτερον τανῦν ἴδοι ,
836 δεινοτάτῳ μὲν ὕδρας προστετακὼς
837 φάσματι ; μελαγχαίτα δ’ ἄμμιγά νιν αἰκίζει
840 Νέσσου ὑποφόνια δολιόμυθα κέντρ’ ἐπιζέσαντα .
841 ὧν ἅδ’ τλάμων ἄοκνος μεγάλαν προορῶσα
842 δόμοισι βλάβαν νέων
843 ἀΐσσουσαν γάμων τὰ μὲν αὐτὰ προσέβαλε , τὰ
844 δ’ ἀπ’ ἀλλόθρου
845 γνώμας μολόντ’ ὀλεθρίαισι συναλλαγαῖς
846 που ὀλοὰ στένει ,
847 που ἀδινῶν χλωρὰν
848 τέγγει δακρύων ἄχναν .
850 δ’ ἐρχομένα μοῖρα προφαίνει δολίαν
851 καὶ μεγάλαν ἄταν .
852 ἔρρωγεν παγὰ δακρύων · κέχυται νόσος , πόποι ,
853 οἷον ἀναρσίων
854 οὔπω Ἡρακλέους ἀγακλειτὸν ἐπέμολε πάθος οἰκτίσαι .
855 ἰὼ κελαινὰ λόγχα προμάχου δορός ,
856 τότε θοὰν νύμφαν
857 ἄγαγες ἀπ’ αἰπεινᾶς
858 τάνδ’ Οἰχαλίας αἰχμᾷ ·
860 δ’ ἀμφίπολος Κύπρις ἄναυδος φανερὰ
861 τῶνδ’ ἐφάνη πράκτωρ .