Χορός
317 ἔοικα κἀγὼ τοῖς ἀφιγμένοις ἴσα
318 ξένοις ἐποικτίρειν σε , Ποίαντος τέκνον .
Νεοπτόλεμος
319 ἐγὼ δὲ καὐτὸς τοῖσδε μάρτυς ἐν λόγοις ,
320 ὡς εἴσ’ ἀληθεῖς οἶδα , συντυχὼν κακῶν
321 ἀνδρῶν Ἀτρειδῶν τῆς τ’ Ὀδυσσέως βίας .
Φιλοκτήτης
322 γάρ τι καὶ σὺ τοῖς πανωλέθροις ἔχεις
323 ἔγκλημ’ Ἀτρείδαις , ὥστε θυμοῦσθαι παθών ;
Νεοπτόλεμος
324 θυμὸν γένοιτο χειρὶ πληρῶσαί ποτε ,
325 ἵν’ αἱ Μυκῆναι γνοῖεν Σπάρτη θ’ ὅτι
326 χἠ Σκῦρος ἀνδρῶν ἀλκίμων μήτηρ ἔφυ .
Φιλοκτήτης
327 εὖ γ’ , τέκνον · τίνος γὰρ ὧδε τὸν μέγαν
328 χόλον κατ’ αὐτῶν ἐγκαλῶν ἐλήλυθας ;
Νεοπτόλεμος
329 παῖ Ποίαντος , ἐξερῶ , μόλις δ’ ἐρῶ ,
330 ἅγωγ’ ὑπ’ αὐτῶν ἐξελωβήθην μολών .
331 ἐπεὶ γὰρ ἔσχε μοῖρ’ Ἀχιλλέα θανεῖν ,
Φιλοκτήτης
332 οἴμοι · φράσῃς μοι μὴ πέρα , πρὶν ἂν μάθω
333 πρῶτον τόδ’ , τέθνηχ’ Πηλέως γόνος ;
Νεοπτόλεμος
334 τέθνηκεν , ἀνδρὸς οὐδενός , θεοῦ δ’ ὕπο ,
335 τοξευτός , ὡς λέγουσιν , ἐκ Φοίβου δαμείς .
Φιλοκτήτης
336 ἀλλ’ εὐγενὴς μὲν κτανών τε χὠ θανών ·
337 ἀμηχανῶ δὲ πότερον , τέκνον , τὸ σὸν
338 πάθημ’ ἐλέγχω πρῶτον κεῖνον στένω .