Φιλοκτήτης
254 πόλλ’ ἐγὼ μοχθηρός , πικρὸς θεοῖς ,
255 οὗ μηδὲ κληδὼν ὧδ’ ἔχοντος οἴκαδε
256 μηδ’ Ἑλλάδος γῆς μηδαμοῦ διῆλθέ που .
257 ἀλλ’ οἱ μὲν ἐκβαλόντες ἀνοσίως ἐμὲ
258 γελῶσι σῖγ’ ἔχοντες , δ’ ἐμὴ νόσος
259 ἀεὶ τέθηλε κἀπὶ μεῖζον ἔρχεται .
260 τέκνον , παῖ πατρὸς ἐξ Ἀχιλλέως ,
261 ὅδ’ εἴμ’ ἐγώ σοι κεῖνος , ὃν κλύεις ἴσως
262 τῶν Ἡρακλείων ὄντα δεσπότην ὅπλων ,
263 τοῦ Ποίαντος παῖς Φιλοκτήτης , ὃν οἱ
264 δισσοὶ στρατηγοὶ χὠ Κεφαλλήνων ἄναξ
265 ἔρριψαν αἰσχρῶς ὧδ’ ἔρημον , ἀγρίᾳ
266 νόσῳ καταφθίνοντα , τῆς ἀνδροφθόρου
267 πληγέντ’ ἐχίδνης ἀγρίῳ χαράγματι ·
268 ξὺν μ’ ἐκεῖνοι , παῖ , προθέντες ἐνθάδε
269 ᾤχοντ’ ἔρημον , ἡνίκ’ ἐκ τῆς ποντίας
270 Χρύσης κατέσχον δεῦρο ναυβάτῃ στόλῳ .
271 τότ’ ἄσμενοί μ’ ὡς εἶδον ἐκ πολλοῦ σάλου
272 εὕδοντ’ ἐπ’ ἀκτῆς ἐν κατηρεφεῖ πέτρᾳ ,
273 λιπόντες ᾤχονθ’ , οἷα φωτὶ δυσμόρῳ
274 ῥάκη προθέντες βαιὰ καί τι καὶ βορᾶς
275 ἐπωφέλημα σμικρόν , οἷ’ αὐτοῖς τύχοι .
276 σὺ δή , τέκνον , ποίαν μ’ ἀνάστασιν δοκεῖς
277 αὐτῶν βεβώτων ἐξ ὕπνου στῆναι τότε ;
278 ποῖ’ ἐκδακρῦσαι , ποῖ’ ἀποιμῶξαι κακά ;
279 ὁρῶντα μὲν ναῦς , ἃς ἔχων ἐναυστόλουν ,
280 πάσας βεβώσας , ἄνδρα δ’ οὐδέν’ ἔντοπον ,
281 οὐχ ὅστις ἀρκέσειεν οὐδ’ ὅστις νόσου
282 κάμνοντι συλλάβοιτο · πάντα δὲ σκοπῶν
283 ηὕρισκον οὐδὲν πλὴν ἀνιᾶσθαι παρόν ,
284 τούτου δὲ πολλὴν εὐμάρειαν , τέκνον .
285 μὲν χρόνος δὴ διὰ χρόνου προύβαινέ μοι ,
286 κἄδει τι βαιᾷ τῇδ’ ὑπὸ στέγῃ μόνον
287 διακονεῖσθαι . γαστρὶ μὲν τὰ σύμφορα
288 τόξον τόδ’ ἐξηύρισκε , τὰς ὑποπτέρους
289 βάλλον πελείας · πρὸς δὲ τοῦθ’ , μοι βάλοι
290 νευροσπαδὴς ἄτρακτος , αὐτὸς ἂν τάλας
291 εἰλυόμην , δύστηνον ἐξέλκων πόδα ,
292 πρὸς τοῦτ’ ἄν · εἴ τ’ ἔδει τι καὶ ποτὸν λαβεῖν ,
293 καί που πάγου χυθέντος , οἷα χείματι ,
294 ξύλον τι θραῦσαι , ταῦτ’ ἂν ἐξέρπων τάλας
295 ἐμηχανώμην · εἶτα πῦρ ἂν οὐ παρῆν ,
296 ἀλλ’ ἐν πέτροισι πέτρον ἐκτρίβων μόλις
297 ἔφην’ ἄφαντον φῶς , καὶ σῴζει μ’ ἀεί .
298 οἰκουμένη γὰρ οὖν στέγη πυρὸς μέτα
299 πάντ’ ἐκπορίζει πλὴν τὸ μὴ νοσεῖν ἐμέ .
300 φέρ’ , τέκνον , νῦν καὶ τὸ τῆς νήσου μάθῃς .
301 ταύτῃ πελάζει ναυβάτης οὐδεὶς ἑκών ·
302 οὐ γάρ τις ὅρμος ἔστιν οὐδ’ ὅποι πλέων
303 ἐξεμπολήσει κέρδος ξενώσεται .
304 οὐκ ἐνθάδ’ οἱ πλοῖ τοῖσι σώφροσιν βροτῶν .
305 τάχ’ οὖν τις ἄκων ἔσχε · πολλὰ γὰρ τάδε
306 ἐν τῷ μακρῷ γένοιτ’ ἂν ἀνθρώπων χρόνῳ ·
307 οὗτοί μ’ , ὅταν μόλωσιν , τέκνον , λόγοις
308 ἐλεοῦσι μέν , καί πού τι καὶ βορᾶς μέρος
309 προσέδοσαν οἰκτίραντες τινα στολήν ·
310 ἐκεῖνο δ’ οὐδείς , ἡνίκ’ ἂν μνησθῶ , θέλει ,
311 σῶσαί μ’ ἐς οἴκους , ἀλλ’ ἀπόλλυμαι τάλας
312 ἔτος τόδ’ ἤδη δέκατον ἐν λιμῷ τε καὶ
313 κακοῖσι βόσκων τὴν ἀδηφάγον νόσον .
314 τοιαῦτ’ Ἀτρεῖδαί μ’ τ’ Ὀδυσσέως βία ,
315 παῖ , δεδράκασ’ , οἷ’ Ὀλύμπιοι θεοὶ
316 δοῖέν ποτ’ αὐτοῖς ἀντίποιν’ ἐμοῦ παθεῖν .