Νεοπτόλεμος
26 ἄναξ Ὀδυσσεῦ , τοὔργον οὐ μακρὰν λέγεις ·
27 δοκῶ γὰρ οἷον εἶπας ἄντρον εἰσορᾶν .
Ὀδυσσεύς
28 ἄνωθεν κάτωθεν ; οὐ γὰρ ἐννοῶ .
Νεοπτόλεμος
29 τόδ’ ἐξύπερθε · καὶ στίβου γ’ οὐδεὶς κτύπος .
Ὀδυσσεύς
30 ὅρα καθ’ ὕπνον μὴ καταυλισθεὶς κυρεῖ .
Νεοπτόλεμος
31 ὁρῶ κενὴν οἴκησιν ἀνθρώπων δίχα .
Ὀδυσσεύς
32 οὐδ’ ἔνδον οἰκοποιός ἐστί τις τροφή ;
Νεοπτόλεμος
33 στιπτή γε φυλλὰς ὡς ἐναυλίζοντί τῳ .
Ὀδυσσεύς
34 τὰ δ’ ἄλλ’ ἔρημα , κοὐδέν ἐσθ’ ὑπόστεγον ;
Νεοπτόλεμος
35 αὐτόξυλόν γ’ ἔκπωμα , φλαυρουργοῦ τινος
36 τεχνήματ’ ἀνδρός , καὶ πυρεῖ’ ὁμοῦ τάδε .
Ὀδυσσεύς
37 κείνου τὸ θησαύρισμα σημαίνεις τόδε .
Νεοπτόλεμος
38 ἰοὺ ἰού · καὶ ταῦτά γ’ ἄλλα θάλπεται
39 ῥάκη , βαρείας του νοσηλείας πλέα .
Ὀδυσσεύς
40 ἁνὴρ κατοικεῖ τούσδε τοὺς τόπους σαφῶς ,
41 κἄστ’ οὐχ ἑκάς που · πῶς γὰρ ἂν νοσῶν ἀνὴρ
42 κῶλον παλαιᾷ κηρὶ προσβαίη μακράν ;
43 ἀλλ’ ’πὶ φορβῆς νόστον ἐξελήλυθεν
44 φύλλον εἴ τι νώδυνον κάτοιδέ που .
45 τὸν οὖν παρόντα πέμψον εἰς κατασκοπήν ,
46 μὴ καὶ λάθῃ με προσπεσών · ὡς μᾶλλον ἂν
47 ἕλοιτό μ’ τοὺς πάντας Ἀργείους λαβεῖν .