1187 ὡς ὑμᾶς ἴσα καὶ τὸ μηδὲν ζώσας ἐναριθμῶ .
1188 τίς γάρ , τίς ἀνὴρ πλέον
1189 τᾶς εὐδαιμονίας φέρει
1190 τοσοῦτον ὅσον δοκεῖν
1191 καὶ δόξαντ’ ἀποκλῖναι ;
1192 τὸν σόν τοι παράδειγμ’ ἔχων ,
1193 τὸν σὸν δαίμονα , τὸν σόν , τλᾶμον Οἰδιπόδα , βροτῶν
1194 οὐδὲν μακαρίζω ʹ
1195 ὅστις καθ’ ὑπερβολὰν
1196 τοξεύσας ἐκράτησε τοῦ πάντ’ εὐδαίμονος ὄλβου ,
1197 Ζεῦ , κατὰ μὲν φθίσας
1198 τὰν γαμψώνυχα παρθένον
1199 χρησμῳδόν , θανάτων δ’ ἐμᾷ
1200 χώρᾳ πύργος ἀνέστα ʹ
1201b ἐξ οὗ καὶ βασιλεὺς καλεῖ
1202 ἐμὸς καὶ τὰ μέγιστ’ ἐτιμάθης , ταῖς μεγάλαισιν ἐν
1203 Θήβαισιν ἀνάσσων .
1204 τανῦν δ’ ἀκούειν τίς ἀθλιώτερος ;
1205 τίς ἄταις ἀγρίαις , τίς ἐν πόνοις
1206 ξύνοικος ἀλλαγᾷ βίου ;
1207 ἰὼ κλεινὸν Οἰδίπου κάρα ,
1208 στέγας λιμὴν
1209 αὑτὸς ἤρκεσεν
1210 παιδὶ καὶ πατρὶ θαλαμηπόλῳ πεσεῖν ;
1211 πῶς ποτε πῶς ποθ’ αἱ πατρῷαί σ’ ἄλοκες φέρειν , τάλας ,
1212 σῖγ’ ἐδυνάθησαν ἐς τοσόνδε ;
1213 ἐφηῦρέ σ’ ἄκονθ’ πάνθ’ ὁρῶν χρόνος ,
1214 δικάζει τ’ ἄγαμον γάμον πάλαι
1215 τεκνοῦντα καὶ τεκνούμενον .
1216 ἰώ , Λαΐειον τέκνον ,
1217 εἴθε σ’ εἴθε σε
1218 μήποτ’ εἰδόμαν .
1219 δύρομαι γὰρ ὥσπερ ἰάλεμον χέων
1220 ἐκ στομάτων . τὸ δ’ ὀρθὸν εἰπεῖν , ἀνέπνευσά τ’ ἐκ σέθεν
1222 καὶ κατεκοίμασα τοὐμὸν ὄμμα .