Οἰδίπους
1001 πατρός τε χρῄζων μὴ φονεὺς εἶναι , γέρον .
Ἄγγελος
1002 τί δῆτ’ ἐγὼ οὐχὶ τοῦδε τοῦ φόβου σ’ , ἄναξ ,
1003 ἐπείπερ εὔνους ἦλθον , ἐξελυσάμην ;
Οἰδίπους
1004 καὶ μὴν χάριν γ’ ἂν ἀξίαν λάβοις ἐμοῦ .
Ἄγγελος
1005 καὶ μὴν μάλιστα τοῦτ’ ἀφικόμην , ὅπως
1006 σοῦ πρὸς δόμους ἐλθόντος εὖ πράξαιμί τι .
Οἰδίπους
1007 ἀλλ’ οὔποτ’ εἶμι τοῖς φυτεύσασίν γ’ ὅμοῦ .
Ἄγγελος
1008 παῖ , καλῶς εἶ δῆλος οὐκ εἰδὼς τί δρᾷς .
Οἰδίπους
1009 πῶς , γεραιέ ; πρὸς θεῶν δίδασκέ με .
Ἄγγελος
1010 εἰ τῶνδε φεύγεις οὕνεκ’ εἰς οἴκους μολεῖν .
Οἰδίπους
1011 ταρβῶν γε μή μοι Φοῖβος ἐξέλθῃ σαφής .
Ἄγγελος
1012 μὴ μίασμα τῶν φυτευσάντων λάβῃς ;
Οἰδίπους
1013 τοῦτ’ αὐτό , πρέσβυ , τοῦτό μ’ εἰσαεὶ φοβεῖ .
Ἄγγελος
1014 ἆρ’ οἶσθα δῆτα πρὸς δίκης οὐδὲν τρέμων ;
Οἰδίπους
1015 πῶς δ’ οὐχί , παῖς γ’ εἰ τῶνδε γεννητῶν ἔφυν ;
Ἄγγελος
1016 ὁθούνεκ’ ἦν σοι Πόλυβος οὐδὲν ἐν γένει .
Οἰδίπους
1017 πῶς εἶπας ; οὐ γὰρ Πόλυβος ἐξέφυσέ με ;
Ἄγγελος
1018 οὐ μᾶλλον οὐδὲν τοῦδε τἀνδρός , ἀλλ’ ἴσον .
Οἰδίπους
1019 καὶ πῶς φύσας ἐξ ἴσου τῷ μηδενί ;
Ἄγγελος
1020 ἀλλ’ οὔ σ’ ἐγείνατ’ οὔ τ’ ἐκεῖνος οὔ τ’ ἐγώ .