978 κρατεῖ , πρόνοια δ’ ἐστὶν οὐδενὸς σαφής ;
979 εἰκῆ κράτιστον ζῆν , ὅπως δύναιτό τις .
980 σὺ δ’ εἰς τὰ μητρὸς μὴ φοβοῦ νυμφεύματα ʹ
981 πολλοὶ γὰρ ἤδη κἀν ὀνείρασιν βροτῶν
982 μητρὶ ξυνηυνάσθησαν . ἀλλὰ ταῦθ’ ὅτῳ
983 παρ’ οὐδέν ἐστι , ῥᾷστα τὸν βίον φέρει .
Οἰδίπους
984 καλῶς ἅπαντα ταῦτ’ ἂν ἐξείρητό σοι ,
985 εἰ μὴ κύρει ζῶσ’ τεκοῦσα ʹ νῦν δ’ ἐπεὶ
986 ζῇ , πᾶσ’ ἀνάγκη , κεἰ καλῶς λέγεις , ὀκνεῖν .
Ἰοκάστη
987 καὶ μὴν μέγας γ’ ὀφθαλμὸς οἱ πατρὸς τάφοι .
Οἰδίπους
988 μέγας , ξυνίημ’ ʹ ἀλλὰ τῆς ζώσης φόβος .
Ἄγγελος
989 ποίας δὲ καὶ γυναικὸς ἐκφοβεῖσθ’ ὕπερ ;
Οἰδίπους
990 Μερόπης , γεραιέ , Πόλυβος ἧς ᾤκει μέτα .
Ἄγγελος
991 τί δ’ ἔστ’ ἐκείνης ὑμὶν ἐς φόβον φέρον ;
Οἰδίπους
992 θεήλατον μάντευμα δεινόν , ξένε .
Ἄγγελος
993 ῥητόν ; οὐχὶ θεμιτὸν ἄλλον εἰδέναι ;
Οἰδίπους
994 μάλιστά γ’ ʹ εἶπε γάρ με Λοξίας ποτὲ
995 χρῆναι μιγῆναι μητρὶ τἠμαυτοῦ τό τε
996 πατρῷον αἷμα χερσὶ ταῖς ἐμαῖς ἑλεῖν .
997 ὧν οὕνεχ’ Κόρινθος ἐξ ἐμοῦ πάλαι
998 μακρὰν ἀπῳκεῖτ’ ʹ εὐτυχῶς μέν , ἀλλ’ ὅμως
999 τὰ τῶν τεκόντων ὄμμαθ’ ἥδιστον βλέπειν .
Ἄγγελος
1000 γὰρ τάδ’ ὀκνῶν κεῖθεν ἦσθ’ ἀπόπτολις ;