Ἄγγελος
936 ἐκ τῆς Κορίνθου ʹ τὸ δ’ ἔπος οὑξερῶ τάχα ,
937 ἥδοιο μέν , πῶς δ’ οὐκ ἄν , ἀσχάλλοις δ’ ἴσως .
Ἰοκάστη
938 τί δ’ ἔστι ; ποίαν δύναμιν ὧδ’ ἔχει διπλῆν ;
Ἄγγελος
939 τύραννον αὐτὸν οὑπιχώριοι χθονὸς
940 τῆς Ἰσθμίας στήσουσιν , ὡς ηὐδᾶτ’ ἐκεῖ .
Ἰοκάστη
941 τί δ’ ; οὐχ πρέσβυς Πόλυβος ἐγκρατὴς ἔτι ;
Ἄγγελος
942 οὐ δῆτ’ , ἐπεί νιν θάνατος ἐν τάφοις ἔχει .
Ἰοκάστη
943 πῶς εἶπας ; τέθνηκε Πόλυβος , γέρον ;
Ἄγγελος
944 εἰ μὴ λέγω τἀληθές , ἀξιῶ θανεῖν .
Ἰοκάστη
945 πρόσπολ’ , οὐχὶ δεσπότῃ τάδ’ ὡς τάχος
946 μολοῦσα λέξεις ; θεῶν μαντεύματα ,
947 ἵν’ ἐστέ ʹ τοῦτον Οἰδίπους πάλαι τρέμων
948 τὸν ἄνδρ’ ἔφευγε μὴ κτάνοι , καὶ νῦν ὅδε
949 πρὸς τῆς τύχης ὄλωλεν οὐ δὲ τοῦδ’ ὕπο .
Οἰδίπους
950 φίλτατον γυναικὸς Ἰοκάστης κάρα ,
951 τί μ’ ἐξεπέμψω δεῦρο τῶνδε δωμάτων ;
Ἰοκάστη
952 ἄκουε τἀνδρὸς τοῦδε , καὶ σκόπει κλύων
953 τὰ σέμν’ ἵν’ ἥκει τοῦ θεοῦ μαντεύματα .
Οἰδίπους
954 οὗτος δὲ τίς ποτ’ ἐστὶ καὶ τί μοι λέγει ;
Ἰοκάστη
955 ἐκ τῆς Κορίνθου , πατέρα τὸν σὸν ἀγγελῶν
956 ὡς οὐκέτ’ ὄντα Πόλυβον , ἀλλ’ ὀλωλότα .
Οἰδίπους
957 τί φῄς , ξέν’ ; αὐτός μοι σὺ σημάντωρ γενοῦ .