Ἰοκάστη
911 χώρας ἄνακτες , δόξα μοι παρεστάθη
912 ναοὺς ἱκέσθαι δαιμόνων , τάδ’ ἐν χεροῖν
913 στέφη λαβούσῃ κἀπιθυμιάματα .
914 ὑψοῦ γὰρ αἴρει θυμὸν Οἰδίπους ἄγαν
915 λύπαισι παντοίαισιν ʹ οὐ δ’ ὁποῖ’ ἀνὴρ
916 ἔννους τὰ καινὰ τοῖς πάλαι τεκμαίρεται ,
917 ἀλλ’ ἐστὶ τοῦ λέγοντος , εἰ φόβους λέγοι .
918 ὅτ’ οὖν παραινοῦσ’ οὐδὲν ἐς πλέον ποιῶ ,
919 πρὸς σ’ , Λύκει’ Ἄπολλον , ἄγχιστος γὰρ εἶ ,
920 ἱκέτις ἀφῖγμαι τοῖσδε σὺν κατεύγμασιν ,
921 ὅπως λύσιν τιν’ ἡμὶν εὐαγῆ πόρῃς ʹ
922 ὡς νῦν ὀκνοῦμεν πάντες ἐκπεπληγμένον
923 κεῖνον βλέποντες ὡς κυβερνήτην νεώς .
Ἄγγελος
924 ἆρ’ ἂν παρ’ ὑμῶν , ξένοι , μάθοιμ’ ὅπου
925 τὰ τοῦ τυράννου δώματ’ ἐστὶν Οἰδίπου ;
926 μάλιστα δ’ αὐτὸν εἴπατ’ , εἰ κάτισθ’ ὅπου .
Χορός
927 στέγαι μὲν αἵδε , καὐτὸς ἔνδον , ξένε ʹ
928 γυνὴ δὲ μήτηρ ἥδε τῶν κείνου τέκνων .
Ἄγγελος
929 ἀλλ’ ὀλβία τε καὶ ξὺν ὀλβίοις ἀεὶ
930 γένοιτ’ , ἐκείνου γ’ οὖσα παντελὴς δάμαρ .
Ἰοκάστη
931 αὔτως δὲ καὶ σύ γ’ , ξέν’ ʹ ἄξιος γὰρ εἶ
932 τῆς εὐεπείας εἵνεκ’ ʹ ἀλλὰ φράζ’ ὅτου
933 χρῄζων ἀφῖξαι χὤ τι σημῆναι θέλων .
Ἄγγελος
934 ἀγαθὰ δόμοις τε καὶ πόσει τῷ σῷ , γύναι .
Ἰοκάστη
935 τὰ ποῖα ταῦτα ; παρὰ τίνος δ’ ἀφιγμένος ;