Ἰοκάστη
733 Φωκὶς μὲν γῆ κλῄζεται , σχιστὴ δ’ ὁδὸς
734 ἐς ταὐτὸ Δελφῶν κἀπὸ Δαυλίας ἄγει .
Οἰδίπους
735 καὶ τίς χρόνος τοῖσδ’ ἐστὶν οὑξεληλυθώς ;
Ἰοκάστη
736 σχεδόν τι πρόσθεν σὺ τῆσδ’ ἔχων χθονὸς
737 ἀρχὴν ἐφαίνου , τοῦτ’ ἐκηρύχθη πόλει .
Οἰδίπους
738 Ζεῦ , τί μου δρᾶσαι βεβούλευσαι πέρι ;
Ἰοκάστη
739 τί δ’ ἐστί σοι τοῦτ’ , Οἰδίπους , ἐνθύμιον ;
Οἰδίπους
740 μήπω μ’ ἐρώτα ʹ τὸν δὲ Λάϊον φύσιν
741 τίν’ ἦλθε φράζε , τίνα δ’ ἀκμὴν ἥβης ἔχων .
Ἰοκάστη
742 μέγας , χνοάζων ἄρτι λευκανθὲς κάρα ,
743 μορφῆς δὲ τῆς σῆς οὐκ ἀπεστάτει πολύ .
Οἰδίπους
744 οἴμοι τάλας ʹ ἔοικ’ ἐμαυτὸν εἰς ἀρὰς
745 δεινὰς προβάλλων ἀρτίως οὐκ εἰδέναι .
Ἰοκάστη
746 πῶς φῄς ; ὀκνῶ τοι πρός σ’ ἀποσκοποῦσ’ , ἄναξ .
Οἰδίπους
747 δεινῶς ἀθυμῶ μὴ βλέπων μάντις ʹ
748 δείξεις δὲ μᾶλλον , ἢν ἓν ἐξείπῃς ἔτι .
Ἰοκάστη
749 καὶ μὴν ὀκνῶ μέν , δ’ ἂν ἔρῃ μαθοῦσ’ ἐρῶ .
Οἰδίπους
750 πότερον ἐχώρει βαιὸς πολλοὺς ἔχων
751 ἄνδρας λοχίτας , οἷ’ ἀνὴρ ἀρχηγέτης ;
Ἰοκάστη
752 πέντ’ ἦσαν οἱ ξύμπαντες , ἐν δ’ αὐτοῖσιν ἦν .
753 κῆρυξ ʹ ἀπήνη δ’ ἦγε Λάϊον μία .
Οἰδίπους
754 αἰαῖ , τάδ’ ἤδη διαφανῆ . τίς ἦν ποτε