Χορός
616 καλῶς ἔλεξεν εὐλαβουμένῳ πεσεῖν ,
617 ἄναξ ʹ φρονεῖν γὰρ οἱ ταχεῖς οὐκ ἀσφαλεῖς .
Οἰδίπους
618 ὅταν ταχύς τις οὑπιβουλεύων λάθρᾳ
619 χωρῇ , ταχὺν δεῖ κἀμὲ βουλεύειν πάλιν ʹ
620 εἰ δ’ ἡσυχάζων προσμενῶ , τὰ τοῦδε μὲν
621 πεπραγμέν’ ἔσται , τἀμὰ δ’ ἡμαρτημένα .
Κρέων
622 τί δῆτα χρῄζεις ; με γῆς ἔξω βαλεῖν ;
Οἰδίπους
623 ἥκιστα ʹ θνῄσκειν , οὐ φυγεῖν σε βούλομαι .
624 ὡς ἂν προδείξῃς οἷόν ἐστι τὸ φθονεῖν .
Κρέων
625 ὡς οὐχ ὑπείξων οὐ δὲ πιστεύσων λέγεις ;
Οἰδίπους
626 τὸ γοῦν ἐμόν .
Κρέων
οὐ γὰρ φρονοῦντά σ’ εὖ βλέπω .
627 ἀλλ’ ἐξ ἴσου δεῖ κἀμόν .
Οἰδίπους
ἀλλ’ ἔφυς κακός .
Κρέων
628 εἰ δὲ ξυνίης μηδέν ;
Οἰδίπους
ἀρκτέον γ’ ὅμως .
Κρέων
629 οὔτοι κακῶς γ’ ἄρχοντος .
Οἰδίπους
πόλις πόλις .
630 κἀμοὶ πόλεως μέτεστιν , οὐχί σοι μόνῳ .
Χορός
631 παύσασθ’ , ἄνακτες ʹ καιρίαν δ’ ὑμῖν ὁρῶ
632 τήνδ’ ἐκ δόμων στείχουσαν Ἰοκάστην , μεθ’ ἧς
633 τὸ νῦν παρεστὸς νεῖκος εὖ θέσθαι χρεών .
Ἰοκάστη
634 τί τὴν ἄβουλον , ταλαίπωροι , στάσιν