Αἴγισθος
1480 οἴμοι , ξυνῆκα τοὔπος · οὐ γὰρ ἔσθ’ ὅπως
1481 ὅδ’ οὐκ Ὀρέστης ἔσθ’ προσφωνῶν ἐμέ .
Ὀρέστης
1482 καὶ μάντις ὢν ἄριστος ἐσφάλλου πάλαι .
Αἴγισθος
1483 ὄλωλα δὴ δείλαιος . ἀλλά μοι πάρες
1484 κἂν σμικρὸν εἰπεῖν .
Ἠλέκτρα
μὴ πέρα λέγειν ἔα
1485 πρὸς θεῶν , ἀδελφέ , μηδὲ μηκύνειν λόγους .
1486 τί γὰρ βροτῶν ἂν σὺν κακοῖς μεμιγμένων
1487 θνῄσκειν μέλλων οὐ χρόνου κέρδος φέροι ;
1488 ἀλλ’ ὡς τάχιστα κτεῖνε καὶ κτανὼν πρόθες
1489 ταφεῦσιν , ὧν τόνδ’ εἰκός ἐστι τυγχάνειν ,
1490 ἄποπτον ἡμῶν · ὡς ἐμοὶ τόδ’ ἂν κακῶν
1490a μόνον γένοιτο τῶν πάλαι λυτήριον .
Ὀρέστης
1491 χωροῖς ἂν εἴσω σὺν τάχει · λόγων γὰρ οὐ
1492 νῦν ἐστιν ἁγών , ἀλλὰ σῆς ψυχῆς πέρι .
Αἴγισθος
1493 τί δ’ ἐς δόμους ἄγεις με ; πῶς , τόδ’ εἰ καλὸν
1494 τοὔργον , σκότου δεῖ κοὐ πρόχειρος εἶ κτανεῖν ;
Ὀρέστης
1495 μὴ τάσσε · χώρει δ’ ἔνθαπερ κατέκτανες
1496 πατέρα τὸν ἀμόν , ὡς ἂν ἐν ταὐτῷ θάνῃς .
Αἴγισθος
1497 πᾶσ’ ἀνάγκη τήνδε τὴν στέγην ἰδεῖν
1498 τά τ’ ὄντα καὶ μέλλοντα Πελοπιδῶν κακά ;
Ὀρέστης
1499 τὰ γοῦν σ’ · ἐγώ σοι μάντις εἰμὶ τῶνδ’ ἄκρος .