Χρυσόθεμις
871 ὑφ’ ἡδονῆς τοι , φιλτάτη , διώκομαι
872 τὸ κόσμιον μεθεῖσα σὺν τάχει μολεῖν ·
873 φέρω γὰρ ἡδονάς τε κἀνάπαυλαν ὧν
874 πάροιθεν εἶχες καὶ κατέστενες κακῶν
Ἠλέκτρα
875 πόθεν δ’ ἂν εὕροις τῶν ἐμῶν σὺ πημάτων
876 ἄρηξιν , οἷς ἴασιν οὐκ ἔνεστ’ ἰδεῖν ;
Χρυσόθεμις
877 πάρεστ’ Ὀρέστης ἡμίν , ἴσθι τοῦτ’ ἐμοῦ
878 κλύουσ’ , ἐναργῶς , ὥσπερ εἰσορᾷς ἐμέ .
Ἠλέκτρα
879 ἀλλ’ μέμηνας , τάλαινα , κἀπὶ τοῖς
880 σαυτῆς κακοῖσι κἀπὶ τοῖς ἐμοῖς γελᾷς ;
Χρυσόθεμις
881 μὰ τὴν πατρῴαν ἑστίαν , ἀλλ’ οὐχ ὕβρει
882 λέγω τάδ’ , ἀλλ’ ἐκεῖνον ὡς παρόντα νῷν .
Ἠλέκτρα
883 οἴμοι τάλαινα · καὶ τίνος βροτῶν λόγον
884 τόνδ’ εἰσακούσασ’ ὧδε πιστεύεις ἄγαν ;
Χρυσόθεμις
885 ἐγὼ μὲν ἐξ ἐμοῦ τε κοὐκ ἄλλης , σαφῆ
886 σημεῖ’ ἰδοῦσα , τῷδε πιστεύω λόγῳ .
Ἠλέκτρα
887 τίν’ , τάλαιν’ , ἔχουσα πίστιν ; ἐς τί μοι
888 βλέψασα θάλπει τῷδ’ ἀνηκέστῳ πυρί ;
Χρυσόθεμις
889 πρός νυν θεῶν ἄκουσον , ὡς μαθοῦσά μου
890 τὸ λοιπὸν φρονοῦσαν μωρὰν λέγῃς .
Ἠλέκτρα
891 σὺ δ’ οὖν λέγ’ , εἴ σοι τῷ λόγῳ τις ἡδονή .