Ἠλέκτρα
558 καὶ δὴ λέγω σοι . πατέρα φὴς κτεῖναι . τίς ἂν
559 τούτου λόγος γένοιτ’ ἂν αἰσχίων ἔτι ,
560 εἴτ’ οὖν δικαίως εἴτε μή ; λέξω δέ σοι
561 ὡς οὐ δίκῃ γ’ ἔκτεινας , ἀλλά σ’ ἔσπασεν
562 πειθὼ κακοῦ πρὸς ἀνδρός , τανῦν ξύνει .
563 ἐροῦ δὲ τὴν κυναγὸν Ἄρτεμιν , τίνος
564 ποινὰς τὰ πολλὰ πνεύματ’ ἔσχ’ ἐν Αὐλίδι ·
565 ’γὼ φράσω · κείνης γὰρ οὐ θέμις μαθεῖν .
566 πατήρ ποθ’ οὑμός , ὡς ἐγὼ κλύω , θεᾶς
567 παίζων κατ’ ἄλσος ἐξεκίνησεν ποδοῖν
568 στικτὸν κεράστην ἔλαφον , οὗ κατὰ σφαγὰς
569 ἐκκομπάσας ἔπος τι τυγχάνει βαλών .
570 κἀκ τοῦδε μηνίσασα Λητῴα κόρη
571 κατεῖχ’ Ἀχαιούς , ὡς πατὴρ ἀντίσταθμον
572 τοῦ θηρὸς ἐκθύσειε τὴν αὑτοῦ κόρην .
573 ὧδ’ ἦν τὰ κείνης θύματ’ · οὐ γὰρ ἦν λύσις
574 ἄλλη στρατῷ πρὸς οἶκον οὐδ’ εἰς Ἴλιον .
575 ἀνθ’ ὧν , βιασθεὶς πολλὰ κἀντιβάς , μόλις
576 ἔθυσεν αὐτήν , οὐχὶ Μενέλεω χάριν .
577 εἰ δ’ οὖν , ἐρῶ γὰρ καὶ τὸ σόν , κεῖνον θέλων
578 ἐπωφελῆσαι ταῦτ’ ἔδρα , τούτου θανεῖν
579 χρῆν αὐτὸν οὕνεκ’ ἐκ σέθεν ; ποίῳ νόμῳ ;
580 ὅρα τιθεῖσα τόνδε τὸν νόμον βροτοῖς
581 μὴ πῆμα σαυτῇ καὶ μετάγνοιαν τιθῇς .
582 εἰ γὰρ κτενοῦμεν ἄλλον ἀντ’ ἄλλου , σύ τοι
583 πρώτη θάνοις ἄν , εἰ δίκης γε τυγχάνοις .
584 ἀλλ’ εἰσόρα μὴ σκῆψιν οὐκ οὖσαν τίθης .
585 εἰ γὰρ θέλεις , δίδαξον ἀνθ’ ὅτου τανῦν
586 αἴσχιστα πάντων ἔργα δρῶσα τυγχάνεις ,
587 ἥτις ξυνεύδεις τῷ παλαμναίῳ , μεθ’ οὗ
588 πατέρα τὸν ἀμὸν πρόσθεν ἐξαπώλεσας ,
589 καὶ παιδοποιεῖς , τοὺς δὲ πρόσθεν εὐσεβεῖς
590 κἀξ εὐσεβῶν βλαστόντας ἐκβαλοῦσ’ ἔχεις .
591 πῶς ταῦτ’ ἐπαινέσαιμ’ ἄν ; καὶ ταῦτ’ ἐρεῖς
592 ὡς τῆς θυγατρὸς ἀντίποινα λαμβάνεις ;
593 αἰσχρῶς δ’ , ἐάν περ καὶ λέγῃς · οὐ γὰρ καλὸν
594 ἐχθροῖς γαμεῖσθαι τῆς θυγατρὸς οὕνεκα .
595 ἀλλ’ οὐ γὰρ οὐδὲ νουθετεῖν ἔξεστί σε ,
596 πᾶσαν ἵης γλῶσσαν ὡς τὴν μητέρα
597 κακοστομοῦμεν . καί σ’ ἔγωγε δεσπότιν
598 μητέρ’ οὐκ ἔλασσον εἰς ἡμᾶς νέμω ,
599 ζῶ βίον μοχθηρόν , ἔκ τε σοῦ κακοῖς
600 πολλοῖς ἀεὶ ξυνοῦσα τοῦ τε συννόμου ·
601 δ’ ἄλλος ἔξω , χεῖρα σὴν μόλις φυγών ,
602 τλήμων Ὀρέστης δυστυχῆ τρίβει βίον ·
603 ὃν πολλὰ δή με σοὶ τρέφειν μιάστορα
604 ἐπῃτιάσω · καὶ τόδ’ , εἴπερ ἔσθενον ,
605 ἔδρων ἄν , εὖ τοῦτ’ ἴσθι · τοῦδέ γ’ οὕνεκα
606 κήρυσσέ μ’ εἰς ἅπαντας , εἴτε χρῇς κακὴν
607 εἴτε στόμαργον εἴτ’ ἀναιδείας πλέαν .
608 εἰ γὰρ πέφυκα τῶνδε τῶν ἔργων ἴδρις ,
609 σχεδόν τι τὴν σὴν οὐ καταισχύνω φύσιν .