Ἠλέκτρα
341 δεινόν γέ σ’ οὖσαν πατρὸς οὗ σὺ παῖς ἔφυς ,
342 κείνου λελῆσθαι , τῆς δὲ τικτούσης μέλειν .
343 ἅπαντα γάρ σοι τἀμὰ νουθετήματα
344 κείνης διδακτά , κοὐδὲν ἐκ σαυτῆς λέγεις .
345 ἔπειθ’ ἑλοῦ γε θάτερ’ , φρονεῖν κακῶς
346 τῶν φίλων φρονοῦσα μὴ μνήμην ἔχειν ·
347 ἥτις λέγεις μὲν ἀρτίως ὡς , εἰ λάβοις
348 σθένος , τὸ τούτων μῖσος ἐκδείξειας ἄν ,
349 ἐμοῦ δὲ πατρὶ πάντα τιμωρουμένης
350 οὔτε ξυνέρδεις τήν τε δρῶσαν ἐκτρέπεις .
351 οὐ ταῦτα πρὸς κακοῖσι δειλίαν ἔχει ;
352 ἐπεὶ δίδαξον , μάθ’ ἐξ ἐμοῦ , τί μοι
353 κέρδος γένοιτ’ ἂν τῶνδε ληξάσῃ γόων .
354 οὐ ζῶ ; κακῶς μέν , οἶδ’ , ἐπαρκούντως δ’ ἐμοί .
355 λυπῶ δὲ τούτους , ὥστε τῷ τεθνηκότι
356 τιμὰς προσάπτειν , εἴ τις ἔστ’ ἐκεῖ χάρις .
357 σὺ δ’ ἡμὶν μισοῦσα μισεῖς μὲν λόγῳ ,
358 ἔργῳ δὲ τοῖς φονεῦσι τοῦ πατρὸς ξύνει .
359 ἐγὼ μὲν οὖν οὐκ ἄν ποτ’ , οὐδ’ εἴ μοι τὰ σὰ
360 μέλλοι τις οἴσειν δῶρ’ , ἐφ’ οἷσι νῦν χλιδᾷς ,
361 τούτοις ὑπεικάθοιμι · σοὶ δὲ πλουσία
362 τράπεζα κείσθω καὶ περιρρείτω βίος .
363 ἐμοὶ γὰρ ἔστω τοὐμὲ μὴ λυπεῖν μόνον
364 βόσκημα · τῆς σῆς δ’ οὐκ ἐρῶ τιμῆς τυχεῖν ,
365 οὐδ’ ἂν σύ , σώφρων γ’ οὖσα . νῦν δ’ ἐξὸν πατρὸς
366 πάντων ἀρίστου παῖδα κεκλῆσθαι , καλοῦ
367 τῆς μητρός · οὕτω γὰρ φανεῖ πλείστοις κακή ,
368 θανόντα πατέρα καὶ φίλους προδοῦσα σούς .