Οἰδίπους
881 ἀκούεθ’ οἷα φθέγγεται ;
Χορός
τά γ’ οὐ τελεῖ .
882 [ ἴστω μέγας Ζεύς . ]
Κρέων
883 Ζεύς γ’ ἂν εἰδείη , σὺ δ’ οὔ .
Χορός
884 ἆρ’ οὐχ ὕβρις τάδ’ ;
Κρέων
ὕβρις , ἀλλ’ ἀνεκτέα .
Χορός
885 ἰὼ πᾶς λεώς , ἰὼ γᾶς πρόμοι ,
886 μόλετε σὺν τάχει , μόλετ’ , ἐπεὶ πέραν περῶσ’ οἵδε δή .
Θησεύς
887 τίς ποθ’ βοή ; τί τοὔργον ; ἐκ τίνος φόβου ποτὲ
888 βουθυτοῦντά μ’ ἀμφὶ βωμὸν ἔσχετ’ ἐναλίῳ θεῷ
889 τοῦδ’ ἐπιστάτῃ Κολωνοῦ ; λέξαθ’ , ὡς εἰδῶ τὸ πᾶν ,
890 οὗ χάριν δεῦρ’ ᾖξα θᾶσσον καθ’ ἡδονὴν ποδός .
Οἰδίπους
891 φίλτατ’ , ἔγνων γὰρ τὸ προσφώνημά σου ,
892 πέπονθα δεινὰ τοῦδ’ ὑπ’ ἀνδρὸς ἀρτίως .
Θησεύς
893 τὰ ποῖα ταῦτα , τίς δ’ πημήνας ; λέγε .
Οἰδίπους
894 Κρέων ὅδ’ , ὃν δέδορκας , οἴχεται τέκνων
895 ἀποσπάσας μου τὴν μόνην ξυνωρίδα .
Θησεύς
896 πῶς εἶπας ;
Οἰδίπους
οἷά περ πέπονθ’ ἀκήκοας .