Κρέων
728 ἄνδρες χθονὸς τῆσδ’ εὐγενεῖς οἰκήτορες ,
729 ὁρῶ τιν’ ὑμᾶς ὀμμάτων εἰληφότας
730 φόβον νεώρη τῆς ἐμῆς ἐπεισόδου ,
731 ὃν μήτ’ ὀκνεῖτε μήτ’ ἀφῆτ’ ἔπος κακόν .
732 ἥκω γὰρ οὐχ ὡς δρᾶν τι βουληθείς , ἐπεὶ
733 γέρων μέν εἰμι , πρὸς πόλιν δ’ ἐπίσταμαι
734 σθένουσαν ἥκων , εἴ τιν’ Ἑλλάδος , μέγα .
735 ἀλλ’ ἄνδρα τόνδε τηλικόσδ’ ἀπεστάλην
736 πείσων ἕπεσθαι πρὸς τὸ Καδμείων πέδον ,
737 οὐκ ἐξ ἑνὸς στείλαντος , ἀλλ’ ἀνδρῶν ὑπὸ
738 πάντων κελευσθείς , οὕνεχ’ ἧκέ μοι γένει
739 τὰ τοῦδε πενθεῖν πήματ’ εἰς πλεῖστον πόλεως .
740 ἀλλ’ ταλαίπωρ’ Οἰδίπους , κλύων ἐμοῦ
741 ἱκοῦ πρὸς οἴκους . πᾶς σε Καδμείων λεὼς
742 καλεῖ δικαίως , ἐκ δὲ τῶν μάλιστ’ ἐγώ ,
743 ὅσῳπερ , εἰ μὴ πλεῖστον ἀνθρώπων ἔφυν
744 κάκιστος , ἀλγῶ τοῖσι σοῖς κακοῖς , γέρον ,
745 ὁρῶν σε τὸν δύστηνον ὄντα μὲν ξένον ,
746 ἀεὶ δ’ ἀλήτην κἀπὶ προσπόλου μιᾶς
747 βιοστερῆ χωροῦντα · τὴν ἐγὼ τάλας
748 οὐκ ἄν ποτ’ ἐς τοσοῦτον αἰκίας πεσεῖν
749 ἔδοξ’ , ὅσον πέπτωκεν ἥδε δύσμορος ,
750 ἀεί σε κηδεύουσα καὶ τὸ σὸν κάρα
751 πτωχῷ διαίτῃ , τηλικοῦτος , οὐ γάμων
752 ἔμπειρος , ἀλλὰ τοὐπιόντος ἁρπάσαι .
753 ἆρ’ ἄθλιον τοὔνειδος , τάλας ἐγώ ,
754 ὠνείδισ’ εἰς σὲ κἀμὲ καὶ τὸ πᾶν γένος ;
755 ἀλλ’ οὐ γὰρ ἔστι τἀμφανῆ κρύπτειν , σύ νιν
756 πρὸς θεῶν πατρῴων , Οἰδίπους , πεισθεὶς ἐμοὶ
757 κρύψον , θελήσας ἄστυ καὶ δόμους μολεῖν
758 τοὺς σοὺς πατρῴους , τήνδε τὴν πόλιν φίλως
759 εἰπών · ἐπαξία γάρ · δ’ οἴκοι πλέον
760 δίκῃ σέβοιτ’ ἄν , οὖσα σὴ πάλαι τροφός .