Οἰδίπους
1 τέκνον τυφλοῦ γέροντος Ἀντιγόνη , τίνας
2 χώρους ἀφίγμεθ’ τίνων ἀνδρῶν πόλιν ;
3 τίς τὸν πλανήτην Οἰδίπουν καθ’ ἡμέραν
4 τὴν νῦν σπανιστοῖς δέξεται δωρήμασιν ;
5 σμικρὸν μὲν ἐξαιτοῦντα , τοῦ σμικροῦ δ’ ἔτι
6 μεῖον φέροντα , καὶ τόδ’ ἐξαρκοῦν ἐμοί ·
7 στέργειν γὰρ αἱ πάθαι με χὠ χρόνος ξυνὼν
8 μακρὸς διδάσκει καὶ τὸ γενναῖον τρίτον .
9 ἀλλ’ , τέκνον , θάκησιν εἴ τινα βλέπεις
10 πρὸς βεβήλοις πρὸς ἄλσεσιν θεῶν ,
11 στῆσόν με κἀξίδρυσον , ὡς πυθώμεθα
12 ὅπου ποτ’ ἐσμέν · μανθάνειν γὰρ ἥκομεν
13 ξένοι πρὸς ἀστῶν , ἃν δ’ ἀκούσωμεν τελεῖν .
Ἀντιγόνη
14 πάτερ ταλαίπωρ’ Οἰδίπους , πύργοι μέν , οἳ
15 πόλιν στέγουσιν , ὡς ἀπ’ ὀμμάτων , πρόσω ·
16 χῶρος δ’ ὅδ’ ἱερός , ὡς ἀπεικάσαι , βρύων
17 δάφνης , ἐλαίας , ἀμπέλου · πυκνόπτεροι δ’
18 εἴσω κατ’ αὐτὸν εὐστομοῦσ’ ἀηδόνες ·
19 οὗ κῶλα κάμψον τοῦδ’ ἐπ’ ἀξέστου πέτρου ·
20 μακρὰν γὰρ ὡς γέροντι προὐστάλης ὁδόν .
Οἰδίπους
21 κάθιζέ νύν με καὶ φύλασσε τὸν τυφλόν .
Ἀντιγόνη
22 χρόνου μὲν οὕνεκ’ οὐ μαθεῖν με δεῖ τόδε .
Οἰδίπους
23 ἔχεις διδάξαι δή μ’ ὅποι καθέσταμεν ;