Ἀντιγόνη
891 τύμβος , νυμφεῖον , κατασκαφὴς
892 οἴκησις ἀείφρουρος , οἷ πορεύομαι
893 πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς , ὧν ἀριθμὸν ἐν νεκροῖς
894 πλεῖστον δέδεκται Φερσέφασσ’ ὀλωλότων ·
895 ὧν λοισθία ’γὼ καὶ κάκιστα δὴ μακρῷ
896 κάτειμι , πρίν μοι μοῖραν ἐξήκειν βίου .
897 ἐλθοῦσα μέντοι κάρτ’ ἐν ἐλπίσιν τρέφω
898 φίλη μὲν ἥξειν πατρί , προσφιλὴς δὲ σοί ,
899 μῆτερ , φίλη δὲ σοί , κασίγνητον κάρα ·
900 ἐπεὶ θανόντας αὐτόχειρ ὑμᾶς ἐγὼ
901 ἔλουσα κἀκόσμησα κἀπιτυμβίους
902 χοὰς ἔδωκα . νῦν δέ , Πολύνεικες , τὸ σὸν
903 δέμας περιστέλλουσα τοιάδ’ ἄρνυμαι .
904 καίτοι σ’ ἐγὼ ’τίμησα τοῖς φρονοῦσιν εὖ .
905 οὐ γάρ ποτ’ οὔτ’ ἄν , εἰ τέκνων μήτηρ ἔφυν ,
906 οὔτ’ εἰ πόσις μοι κατθανὼν ἐτήκετο ,
907 βίᾳ πολιτῶν τόνδ’ ἂν ᾐρόμην πόνον .
908 τίνος νόμου δὴ ταῦτα πρὸς χάριν λέγω ;
909 πόσις μὲν ἄν μοι κατθανόντος ἄλλος ἦν ,
910 καὶ παῖς ἀπ’ ἄλλου φωτός , εἰ τοῦδ’ ἤμπλακον ,
911 μητρὸς δ’ ἐν Ἅιδου καὶ πατρὸς κεκευθότοιν
912 οὐκ ἔστ’ ἀδελφὸς ὅστις ἂν βλάστοι ποτέ .
913 τοιῷδε μέντοι σ’ ἐκπροτιμήσασ’ ἐγὼ
914 νόμῳ Κρέοντι ταῦτ’ ἔδοξ’ ἁμαρτάνειν
915 καὶ δεινὰ τολμᾶν , κασίγνητον κάρα .
916 καὶ νῦν ἄγει με διὰ χερῶν οὕτω λαβὼν
917 ἄλεκτρον , ἀνυμέναιον , οὔτε του γάμου
918 μέρος λαχοῦσαν οὔτε παιδείου τροφῆς ,
919 ἀλλ’ ὧδ’ ἔρημος πρὸς φίλων δύσμορος
920 ζῶσ’ εἰς θανόντων ἔρχομαι κατασκαφάς .
921 ποίαν παρεξελθοῦσα δαιμόνων δίκην ;
922 τί χρή με τὴν δύστηνον ἐς θεοὺς ἔτι
923 βλέπειν ; τίν’ αὐδᾶν ξυμμάχων ; ἐπεί γε δὴ
924 τὴν δυσσέβειαν εὐσεβοῦσ’ ἐκτησάμην .
925 ἀλλ’ εἰ μὲν οὖν τάδ’ ἐστὶν ἐν θεοῖς καλά ,
926 παθόντες ἂν ξυγγνοῖμεν ἡμαρτηκότες ·
927 εἰ δ’ οἵδ’ ἁμαρτάνουσι , μὴ πλείω κακὰ
928 πάθοιεν καὶ δρῶσιν ἐκδίκως ἐμέ .