Τεῦκρος
1161 ἄφερπέ νυν · κἀμοὶ γὰρ αἴσχιστον κλύειν
1162 ἀνδρὸς ματαίου φλαῦρ’ ἔπη μυθουμένου .
Χορός
1163 ἔσται μεγάλης ἔριδός τις ἀγών .
1164 ἀλλ’ ὡς δύνασαι , Τεῦκρε , ταχύνας
1165 σπεῦσον κοίλην κάπετόν τιν’ ἰδεῖν
1166 τῷδ’ , ἔνθα βροτοῖς τὸν ἀείμνηστον
1167 τάφον εὐρώεντα καθέξει .
Τεῦκρος
1168 καὶ μὴν ἐς αὐτὸν καιρὸν οἵδε πλησίοι
1169 πάρεισιν ἀνδρὸς τοῦδε παῖς τε καὶ γυνή ,
1170 τάφον περιστελοῦντε δυστήνου νεκροῦ .
1171 παῖ , πρόσελθε δεῦρο καὶ σταθεὶς πέλας
1172 ἱκέτης ἔφαψαι πατρός , ὅς σ’ ἐγείνατο .
1173 θάκει δὲ προστρόπαιος ἐν χεροῖν ἔχων
1174 κόμας ἐμὰς καὶ τῆσδε καὶ σαυτοῦ τρίτου ,
1175 ἱκτήριον θησαυρόν . εἰ δέ τις στρατοῦ
1176 βίᾳ σ’ ἀποσπάσειε τοῦδε τοῦ νεκροῦ ,
1177 κακὸς κακῶς ἄθαπτος ἐκπέσοι χθονός ,
1178 γένους ἅπαντος ῥίζαν ἐξημημένος ,
1179 αὔτως ὅπωσπερ τόνδ’ ἐγὼ τέμνω πλόκον .
1180 ἔχ’ αὐτόν , παῖ , καὶ φύλασσε , μηδέ σε
1181 κινησάτω τις , ἀλλὰ προσπεσὼν ἔχου .
1182 ὑμεῖς τε μὴ γυναῖκες ἀντ’ ἀνδρῶν πέλας
1183 παρέστατ’ , ἀλλ’ ἀρήγετ’ , ἔστ’ ἐγὼ μολὼν
1184 τάφου μεληθῶ τῷδε , κἂν μηδεὶς ἐᾷ .