Τεῦκρος
1139 οὐ μᾶλλον , ὡς ἔοικεν , λυπήσομεν .
Μενέλαος
1140 ἕν σοι φράσω · τόνδ’ ἐστὶν οὐχὶ θαπτέον .
Τεῦκρος
1141 ἀλλ’ ἀντακούσει τοῦτον ὡς τεθάψεται .
Μενέλαος
1142 ἤδη ποτ’ εἶδον ἄνδρ’ ἐγὼ γλώσσῃ θρασὺν
1143 ναύτας ἐφορμήσαντα χειμῶνος τὸ πλεῖν ,
1144 φθέγμ’ ἂν οὐκ ἂν ηὗρες , ἡνίκ’ ἐν κακῷ
1145 χειμῶνος εἴχετ’ , ἀλλ’ ὑφ’ εἵματος κρυφεὶς
1146 πατεῖν παρεῖχε τῷ θέλοντι ναυτίλων .
1147 οὕτω δὲ καὶ σὲ καὶ τὸ σὸν λάβρον στόμα
1148 σμικροῦ νέφους τάχ’ ἄν τις ἐκπνεύσας μέγας
1149 χειμὼν κατασβέσειε τὴν πολλὴν βοήν .
Τεῦκρος
1150 ἐγὼ δέ γ’ ἄνδρ’ ὄπωπα μωρίας πλέων ,
1151 ὃς ἐν κακοῖς ὕβριζε τοῖσι τῶν πέλας .
1152 κᾆτ’ αὐτὸν εἰσιδών τις ἐμφερὴς ἐμοὶ
1153 ὀργήν θ’ ὅμοιος εἶπε τοιοῦτον λόγον ·
1154 ὤνθρωπε , μὴ δρᾶ τοὺς τεθνηκότας κακῶς ·
1155 εἰ γὰρ ποήσεις , ἴσθι πημανούμενος .
1156 τοιαῦτ’ ἄνολβον ἄνδρ’ ἐνουθέτει παρών .
1157 ὁρῶ δέ τοί νιν , κἄστιν , ὡς ἐμοὶ δοκεῖ ,
1158 οὐδείς ποτ’ ἄλλος σύ . μῶν ᾐνιξάμην ;
Μενέλαος
1159 ἄπειμι · καὶ γὰρ αἰσχρόν , εἰ πύθοιτό τις
1160 λόγοις κολάζειν βιάζεσθαι πάρα .