Τέκμησσα
803 οἲ ’γώ , φίλοι , πρόστητ’ ἀναγκαίας τύχης ,
804 καὶ σπεύσαθ’ , οἱ μὲν Τεῦκρον ἐν τάχει μολεῖν ,
805 οἱ δ’ ἑσπέρους ἀγκῶνας , οἱ δ’ ἀντηλίους
806 ζητεῖτ’ ἰόντες τἀνδρὸς ἔξοδον κακήν .
807 ἔγνωκα γὰρ δὴ φωτὸς ἠπατημένη
808 καὶ τῆς παλαιᾶς χάριτος ἐκβεβλημένη .
809 οἴμοι , τί δράσω , τέκνον ; οὐχ ἱδρυτέον ·
810 ἀλλ’ εἶμι κἀγὼ κεῖσ’ ὅποιπερ ἂν σθένω .
811 χωρῶμεν , ἐγκονῶμεν , οὐχ ἕδρας ἀκμὴ
812 σῴζειν θέλοντας ἄνδρα γ’ ὃς σπεύδῃ θανεῖν .
Χορός
813 χωρεῖν ἕτοιμος , κοὐ λόγῳ δείξω μόνον ·
814 τάχος γὰρ ἔργου καὶ ποδῶν ἅμ’ ἕψεται ,