Χορός
784 δαΐα Τέκμησσα , δύσμορον γένος ,
785 ὅρα μολοῦσα τόνδ’ ὁποῖ’ ἔπη θροεῖ ·
786 ξυρεῖ γὰρ ἐν χρῷ τοῦτο μὴ χαίρειν τινά .
Τέκμησσα
787 τί μ’ αὖ τάλαιναν , ἀρτίως πεπαυμένην
788 κακῶν ἀτρύτων , ἐξ ἕδρας ἀνίστατε ;
Χορός
789 τοῦδ’ εἰσάκουε τἀνδρός , ὡς ἥκει φέρων
790 Αἴαντος ἡμῖν πρᾶξιν ἣν ἤλγησ’ ἐγώ .
Τέκμησσα
791 οἴμοι , τί φής , ἄνθρωπε ; μῶν ὀλώλαμεν ;
Ἄγγελος
792 οὐκ οἶδα τὴν σὴν πρᾶξιν , Αἴαντος δ’ ὅτι ,
793 θυραῖος εἴπερ ἐστίν , οὐ θαρσῶ πέρι .
Τέκμησσα
794 καὶ μὴν θυραῖος , ὥστε μ’ ὠδίνειν τί φής .
Ἄγγελος
795 ἐκεῖνον εἴργειν Τεῦκρος ἐξεφίεται
796 σκηνῆς ὕπαυλον μηδ’ ἀφιέναι μόνον .
Τέκμησσα
797 ποῦ δ’ ἐστὶ Τεῦκρος , κἀπὶ τῷ λέγει τάδε ;
Ἄγγελος
798 πάρεστ’ ἐκεῖνος ἄρτι · τήνδε δ’ ἔξοδον
799 ὀλεθρίαν Αἴαντος ἐλπίζει φέρειν .
Τέκμησσα
800 οἴμοι τάλαινα , τοῦ ποτ’ ἀνθρώπων μαθών ;
Ἄγγελος
801 τοῦ Θεστορείου μάντεως , καθ’ ἡμέραν
802 τὴν νῦν , ὅτ’ αὐτῷ θάνατον βίον φέρει .