12.89 τῆς τοι πόδες εἰσὶ δυώδεκα πάντες ἄωροι ,
12.90 ἓξ δέ τέ οἱ δειραὶ περιμήκεες , ἐν δὲ ἑκάστῃ
12.91 σμερδαλέη κεφαλή , ἐν δὲ τρίστοιχοι ὀδόντες
12.92 πυκνοὶ καὶ θαμέες , πλεῖοι μέλανος θανάτοιο .
12.93 μέσση μέν τε κατὰ σπείους κοίλοιο δέδυκεν ,
12.94 ἔξω δʹ ἐξίσχει κεφαλὰς δεινοῖο βερέθρου ,
12.95 αὐτοῦ δʹ ἰχθυάᾳ , σκόπελον περιμαιμώωσα ,
12.96 δελφῖνάς τε κύνας τε , καὶ εἴ ποθι μεῖζον ἕλῃσι
12.97 κῆτος , μυρία βόσκει ἀγάστονος Ἀμφιτρίτη .
12.98 τῇ δʹ οὔ πώ ποτε ναῦται ἀκήριοι εὐχετόωνται
12.99 παρφυγέειν σὺν νηί · φέρει δέ τε κρατὶ ἑκάστῳ
12.100 φῶτʹ ἐξαρπάξασα νεὸς κυανοπρῴροιο .
12.101 τὸν δʹ ἕτερον σκόπελον χθαμαλώτερον ὄψει , Ὀδυσσεῦ .
12.102 πλησίον ἀλλήλων · καί κεν διοϊστεύσειας .
12.103 τῷ δʹ ἐν ἐρινεὸς ἔστι μέγας , φύλλοισι τεθηλώς ·
12.104 τῷ δʹ ὑπὸ δῖα Χάρυβδις ἀναρροιβδεῖ μέλαν ὕδωρ .
12.105 τρὶς μὲν γάρ τʹ ἀνίησιν ἐπʹ ἤματι , τρὶς δʹ ἀναροιβδεῖ
12.106 δεινόν · μὴ σύ γε κεῖθι τύχοις , ὅτε ῥοιβδήσειεν ·
12.107 οὐ γάρ κεν ῥύσαιτό σʹ ὑπὲκ κακοῦ οὐδʹ ἐνοσίχθων .
12.108 ἀλλὰ μάλα Σκύλλης σκοπέλῳ πεπλημένος ὦκα
12.109 νῆα παρὲξ ἐλάαν , ἐπεὶ πολὺ φέρτερόν ἐστιν
12.110 ἓξ ἑτάρους ἐν νηὶ ποθήμεναι ἅμα πάντας .
12.111 ὣς ἔφατʹ , αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον ·
12.112 εἰ δʹ ἄγε δή μοι τοῦτο , θεά , νημερτὲς ἐνίσπες ,
12.113 εἴ πως τὴν ὀλοὴν μὲν ὑπεκπροφύγοιμι Χάρυβδιν ,
12.114 τὴν δέ κʹ ἀμυναίμην , ὅτε μοι σίνοιτό γʹ ἑταίρους .
12.115 ὣς ἐφάμην , δʹ αὐτίκʹ ἀμείβετο δῖα θεάων ·
12.116 σχέτλιε , καὶ δὴ αὖ τοι πολεμήια ἔργα μέμηλε