18.274 νύκτα μὲν εἰν ἀγορῇ σθένος ἕξομεν , ἄστυ δὲ πύργοι
18.275 ὑψηλαί τε πύλαι σανίδες τ’ ἐπὶ τῇς ἀραρυῖαι
18.276 μακραὶ ἐΰξεστοι ἐζευγμέναι εἰρύσσονται ·
18.277 πρῶϊ δ’ ὑπηοῖοι σὺν τεύχεσι θωρηχθέντες
18.278 στησόμεθ’ ἂμ πύργους · τῷ δ’ ἄλγιον , αἴ κ’ ἐθέλῃσιν
18.279 ἐλθὼν ἐκ νηῶν περὶ τείχεος ἄμμι μάχεσθαι .
18.280 ἂψ πάλιν εἶσ’ ἐπὶ νῆας , ἐπεί κ’ ἐριαύχενας ἵππους
18.281 παντοίου δρόμου ἄσῃ ὑπὸ πτόλιν ἠλασκάζων ·
18.282 εἴσω δ’ οὔ μιν θυμὸς ἐφορμηθῆναι ἐάσει ,
18.283 οὐδέ ποτ’ ἐκπέρσει · πρίν μιν κύνες ἀργοὶ ἔδονται .
18.284 τὸν δ’ ἄρ’ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη κορυθαίολος Ἕκτωρ ·
18.285 Πουλυδάμα σὺ μὲν οὐκέτ’ ἐμοὶ φίλα ταῦτ’ ἀγορεύεις ,
18.286 ὃς κέλεαι κατὰ ἄστυ ἀλήμεναι αὖτις ἰόντας .
18.287 οὔ πω κεκόρησθε ἐελμένοι ἔνδοθι πύργων ;
18.288 πρὶν μὲν γὰρ Πριάμοιο πόλιν μέροπες ἄνθρωποι
18.289 πάντες μυθέσκοντο πολύχρυσον πολύχαλκον ·
18.290 νῦν δὲ δὴ ἐξαπόλωλε δόμων κειμήλια καλά ,
18.291 πολλὰ δὲ δὴ Φρυγίην καὶ Μῃονίην ἐρατεινὴν
18.292 κτήματα περνάμεν’ ἵκει , ἐπεὶ μέγας ὠδύσατο Ζεύς .
18.293 νῦν δ’ ὅτε πέρ μοι ἔδωκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω
18.294 κῦδος ἀρέσθ’ ἐπὶ νηυσί , θαλάσσῃ τ’ ἔλσαι Ἀχαιούς ,
18.295 νήπιε μηκέτι ταῦτα νοήματα φαῖν’ ἐνὶ δήμῳ ·
18.296 οὐ γάρ τις Τρώων ἐπιπείσεται · οὐ γὰρ ἐάσω .
18.297 ἀλλ’ ἄγεθ’ ὡς ἂν ἐγὼ εἴπω , πειθώμεθα πάντες .
18.298 νῦν μὲν δόρπον ἕλεσθε κατὰ στρατὸν ἐν τελέεσσι ,
18.299 καὶ φυλακῆς μνήσασθε , καὶ ἐγρήγορθε ἕκαστος ·
18.300 Τρώων δ’ ὃς κτεάτεσσιν ὑπερφιάλως ἀνιάζει ,
18.301 συλλέξας λαοῖσι δότω καταδημοβορῆσαι ·
18.302 τῶν τινὰ βέλτερόν ἐστιν ἐπαυρέμεν περ Ἀχαιούς .
18.303 πρῶϊ δ’ ὑπηοῖοι σὺν τεύχεσι θωρηχθέντες