7.247 ἓξ δὲ διὰ πτύχας ἦλθε δαΐζων χαλκὸς ἀτειρής ,
7.248 ἐν τῇ δ’ ἑβδομάτῃ ῥινῷ σχέτο · δεύτερος αὖτε
7.249 Αἴας διογενὴς προΐει δολιχόσκιον ἔγχος ,
7.250 καὶ βάλε Πριαμίδαο κατ’ ἀσπίδα πάντοσ’ ἐΐσην .
7.251 διὰ μὲν ἀσπίδος ἦλθε φαεινῆς ὄβριμον ἔγχος ,
7.252 καὶ διὰ θώρηκος πολυδαιδάλου ἠρήρειστο ·
7.253 ἀντικρὺ δὲ παραὶ λαπάρην διάμησε χιτῶνα
7.254 ἔγχος · δ’ ἐκλίνθη καὶ ἀλεύατο κῆρα μέλαιναν .
7.255 τὼ δ’ ἐκσπασσαμένω δολίχ’ ἔγχεα χερσὶν ἅμ’ ἄμφω
7.256 σύν ῥ’ ἔπεσον λείουσιν ἐοικότες ὠμοφάγοισιν
7.257 συσὶ κάπροισιν , τῶν τε σθένος οὐκ ἀλαπαδνόν .
7.258 Πριαμίδης μὲν ἔπειτα μέσον σάκος οὔτασε δουρί ,
7.259 οὐδ’ ἔρρηξεν χαλκός , ἀνεγνάμφθη δέ οἱ αἰχμή .
7.260 Αἴας δ’ ἀσπίδα νύξεν ἐπάλμενος · δὲ διαπρὸ
7.261 ἤλυθεν ἐγχείη , στυφέλιξε δέ μιν μεμαῶτα ,
7.262 τμήδην δ’ αὐχέν’ ἐπῆλθε , μέλαν δ’ ἀνεκήκιεν αἷμα ,
7.263 ἀλλ’ οὐδ’ ὧς ἀπέληγε μάχης κορυθαίολος Ἕκτωρ ,
7.264 ἀλλ’ ἀναχασσάμενος λίθον εἵλετο χειρὶ παχείῃ
7.265 κείμενον ἐν πεδίῳ μέλανα τρηχύν τε μέγαν τε ·
7.266 τῷ βάλεν Αἴαντος δεινὸν σάκος ἑπταβόειον
7.267 μέσσον ἐπομφάλιον · περιήχησεν δ’ ἄρα χαλκός .
7.268 δεύτερος αὖτ’ Αἴας πολὺ μείζονα λᾶαν ἀείρας
7.269 ἧκ’ ἐπιδινήσας , ἐπέρεισε δὲ ἶν’ ἀπέλεθρον ,
7.270 εἴσω δ’ ἀσπίδ’ ἔαξε βαλὼν μυλοειδέϊ πέτρῳ ,
7.271 βλάψε δέ οἱ φίλα γούναθ’ · δ’ ὕπτιος ἐξετανύσθη
7.272 ἀσπίδι ἐγχριμφθείς · τὸν δ’ αἶψ’ ὤρθωσεν Ἀπόλλων .
7.273 καί νύ κε δὴ ξιφέεσσ’ αὐτοσχεδὸν οὐτάζοντο ,
7.274 εἰ μὴ κήρυκες Διὸς ἄγγελοι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν
7.275 ἦλθον , μὲν Τρώων , δ’ Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων ,
7.276 Ταλθύβιός τε καὶ Ἰδαῖος πεπνυμένω ἄμφω ·