23.829 .
23.830 στῆ δ’ ὀρθὸς καὶ μῦθον ἐν Ἀργείοισιν ἔειπεν ·
23.831 ὄρνυσθ’ οἳ καὶ τούτου ἀέθλου πειρήσεσθε .
23.832 εἴ οἱ καὶ μάλα πολλὸν ἀπόπροθι πίονες ἀγροί ,
23.833 ἕξει μιν καὶ πέντε περιπλομένους ἐνιαυτοὺς
23.834 χρεώμενος · οὐ μὲν γάρ οἱ ἀτεμβόμενός γε σιδήρου
23.835 ποιμὴν οὐδ’ ἀροτὴρ εἶσ’ ἐς πόλιν , ἀλλὰ παρέξει .
23.836 ὣς ἔφατ’ , ὦρτο δ’ ἔπειτα μενεπτόλεμος Πολυποίτης ,
23.837 ἂν δὲ Λεοντῆος κρατερὸν μένος ἀντιθέοιο ,
23.838 ἂν δ’ Αἴας Τελαμωνιάδης καὶ δῖος Ἐπειός .
23.839 ἑξείης δ’ ἵσταντο , σόλον δ’ ἕλε δῖος Ἐπειός ,
23.840 ἧκε δὲ δινήσας · γέλασαν δ’ ἐπὶ πάντες Ἀχαιοί .
23.841 δεύτερος αὖτ’ ἀφέηκε Λεοντεὺς ὄζος Ἄρηος ·
23.842 τὸ τρίτον αὖτ’ ἔρριψε μέγας Τελαμώνιος Αἴας
23.843 χειρὸς ἄπο στιβαρῆς , καὶ ὑπέρβαλε σήματα πάντων .
23.844 ἀλλ’ ὅτε δὴ σόλον εἷλε μενεπτόλεμος Πολυποίτης ,
23.845 ὅσσόν τίς τ’ ἔρριψε καλαύροπα βουκόλος ἀνήρ ,
23.846 δέ θ’ ἑλισσομένη πέτεται διὰ βοῦς ἀγελαίας ,
23.847 τόσσον παντὸς ἀγῶνος ὑπέρβαλε · τοὶ δὲ βόησαν .
23.848 ἀνστάντες δ’ ἕταροι Πολυποίταο κρατεροῖο
23.849 νῆας ἔπι γλαφυρὰς ἔφερον βασιλῆος ἄεθλον .
23.850 αὐτὰρ τοξευτῇσι τίθει ἰόεντα σίδηρον ,
23.851 κὰδ δ’ ἐτίθει δέκα μὲν πελέκεας , δέκα δ’ ἡμιπέλεκκα ,
23.852 ἱστὸν δ’ ἔστησεν νηὸς κυανοπρῴροιο
23.853 τηλοῦ ἐπὶ ψαμάθοις , ἐκ δὲ τρήρωνα πέλειαν
23.854 λεπτῇ μηρίνθῳ δῆσεν ποδός , ἧς ἄρ’ ἀνώγει
23.855 τοξεύειν · ὃς μέν κε βάλῃ τρήρωνα πέλειαν ,
23.856 πάντας ἀειράμενος πελέκεας οἶκον δὲ φερέσθω ·
23.857 ὃς δέ κε μηρίνθοιο τύχῃ ὄρνιθος ἁμαρτών ,
23.858 ἥσσων γὰρ δὴ κεῖνος , δ’ οἴσεται ἡμιπέλεκκα .
23.859 ὣς ἔφατ’ , ὦρτο δ’ ἔπειτα βίη Τεύκροιο ἄνακτος ,
23.860 ἂν δ’ ἄρα