13.377 τελέσαιμεν ,
13.378 δοῖμεν δ’ Ἀτρεΐδαο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην
13.379 Ἄργεος ἐξαγαγόντες ὀπυιέμεν , εἴ κε σὺν ἄμμιν
13.380 Ἰλίου ἐκπέρσῃς εὖ ναιόμενον πτολίεθρον .
13.381 ἀλλ’ ἕπε’ , ὄφρ’ ἐπὶ νηυσὶ συνώμεθα ποντοπόροισιν
13.382 ἀμφὶ γάμῳ , ἐπεὶ οὔ τοι ἐεδνωταὶ κακοί εἰμεν .
13.383 ὣς εἰπὼν ποδὸς ἕλκε κατὰ κρατερὴν ὑσμίνην
13.384 ἥρως Ἰδομενεύς · τῷ δ’ Ἄσιος ἦλθ’ ἐπαμύντωρ
13.385 πεζὸς πρόσθ’ ἵππων · τὼ δὲ πνείοντε κατ’ ὤμων
13.386 αἰὲν ἔχ’ ἡνίοχος θεράπων · δὲ ἵετο θυμῷ
13.387 Ἰδομενῆα βαλεῖν · δέ μιν φθάμενος βάλε δουρὶ
13.388 λαιμὸν ὑπ’ ἀνθερεῶνα , διὰ πρὸ δὲ χαλκὸν ἔλασσεν .
13.389 ἤριπε δ’ ὡς ὅτε τις δρῦς ἤριπεν ἀχερωῒς
13.390 ἠὲ πίτυς βλωθρή , τήν τ’ οὔρεσι τέκτονες ἄνδρες
13.391 ἐξέταμον πελέκεσσι νεήκεσι νήϊον εἶναι ·
13.392 ὣς πρόσθ’ ἵππων καὶ δίφρου κεῖτο τανυσθεὶς
13.393 βεβρυχὼς κόνιος δεδραγμένος αἱματοέσσης .
13.394 ἐκ δέ οἱ ἡνίοχος πλήγη φρένας ἃς πάρος εἶχεν ,
13.395 οὐδ’ γ’ ἐτόλμησεν δηΐων ὑπὸ χεῖρας ἀλύξας
13.396 ἂψ ἵππους στρέψαι , τὸν δ’ Ἀντίλοχος μενεχάρμης
13.397 δουρὶ μέσον περόνησε τυχών · οὐδ’ ἤρκεσε θώρηξ
13.398 χάλκεος ὃν φορέεσκε , μέσῃ δ’ ἐν γαστέρι πῆξεν .
13.399 αὐτὰρ ἀσθμαίνων εὐεργέος ἔκπεσε δίφρου ,
13.400 ἵππους δ’ Ἀντίλοχος μεγαθύμου Νέστορος υἱὸς
13.401 ἐξέλασε Τρώων μετ’ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιούς .
13.402 Δηΐφοβος δὲ μάλα σχεδὸν ἤλυθεν Ἰδομενῆος
13.403 Ἀσίου ἀχνύμενος , καὶ ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ .
13.404 ἀλλ’ μὲν ἄντα ἰδὼν ἠλεύατο χάλκεον ἔγχος
13.405 Ἰδομενεύς · κρύφθη γὰρ ὑπ’ ἀσπίδι πάντοσ’ ἐΐσῃ ,
13.406 τὴν ἄρ’ γε ῥινοῖσι βοῶν καὶ νώροπι χαλκῷ
13.407 δινωτὴν φορέεσκε , δύω κανόνεσσ’ ἀραρυῖαν ·
13.408 τῇ ὕπο πᾶς ἐάλη , τὸ δ’ ὑπέρπτατο χάλκεον ἔγχος ,