Χορός
1098 πόλεις Μήδων ἑλόντες
1099 αἰτιώτατοι φέρεσθαι
1100 τὸν φόρον δεῦρ’ ἐσμέν , ὃν κλέπτουσιν
1101 οἱ νεώτεροι .
1102 πολλαχοῦ σκοποῦντες ἡμᾶς εἰς ἅπανθ’ εὑρήσετε
1103 τοὺς τρόπους καὶ τὴν δίαιταν σφηξὶν ἐμφερεστάτους .
1104 πρῶτα μὲν γὰρ οὐδὲν ἡμῶν ζῷον ἠρεθισμένον
1105 μᾶλλον ὀξύθυμόν ἐστιν οὐδὲ δυσκολώτερον ·
1106 εἶτα τἄλλ’ ὅμοια πάντα σφηξὶ μηχανώμεθα .
1107 ξυλλεγέντες γὰρ καθ’ ἑσμούς , ὡσπερεὶ τἀνθρήνια ,
1108 οἱ μὲν ἡμῶν οὗπερ ἅρχων , οἱ δὲ παρὰ τοὺς ἕνδεκα ,
1109 οἱ δ’ ἐν ᾠδείῳ δικάζουσ’ , οἱ δὲ πρὸς τοῖς τειχίοις
1110 ξυμβεβυσμένοι πυκνόν , νεύοντες ἐς τὴν γῆν , μόλις
1111 ὥσπερ οἱ σκώληκες ἐν τοῖς κυττάροις κινούμενοι .
1112 ἔς τε τὴν ἄλλην δίαιτάν ἐσμεν εὐπορώτατοι .
1113 πάντα γὰρ κεντοῦμεν ἄνδρα κἀκπορίζομεν βίον .
1114 ἀλλὰ γὰρ κηφῆνες ἡμῖν εἰσιν ἐγκαθήμενοι
1115 οὐκ ἔχοντες κέντρον , οἳ μένοντες ἡμῶν τοῦ φόρου
1116 τὸν πόνον κατεσθίουσιν , οὐ ταλαιπωρούμενοι .
1117 τοῦτο δ’ ἔστ’ ἄλγιστον ἡμῖν , ἤν τις ἀστράτευτος ὢν
1118 ἐκροφῇ τὸν μισθὸν ἡμῶν , τῆσδε τῆς χώρας ὕπερ
1119 μήτε κώπην μήτε λόγχην μήτε φλύκταιναν λαβών .
1120 ἀλλ’ ἐμοὶ δοκεῖ τὸ λοιπὸν τῶν πολιτῶν ἔμβραχυ
1121 ὅστις ἂν μὴ ’χῃ τὸ κέντρον , μὴ φέρειν τριώβολον .