Φιλοκλέων
605 δέ γ’ ἥδιστον τούτων ἐστὶν πάντων , οὗ ’γὼ ’πελελήσμην ,
606 ὅταν οἴκαδ’ ἴω τὸν μισθὸν ἔχων , κἄπειθ’ ἥκονθ’ ἅμα πάντες
607 ἀσπάζωνται διὰ τἀργύριον , καὶ πρῶτα μὲν θυγάτηρ με
608 ἀπονίζῃ καὶ τὼ πόδ’ ἀλείφῃ καὶ προσκύψασα φιλήσῃ
609 καὶ παππίζουσ’ ἅμα τῇ γλώττῃ τὸ τριώβολον ἐκκαλαμᾶται ,
610 καὶ τὸ γύναιόν μ’ ὑποθωπεῦσαν φυστὴν μᾶζαν προσενέγκῃ ,
611 κἄπειτα καθεζομένη παρ’ ἐμοὶ προσαναγκάζῃ , " φάγε τουτί , "
612 " ἔντραγε τουτί · " τούτοισιν ἐγὼ γάνυμαι , κοὐ μή με δεήσῃ
613 ἐς σὲ βλέψαι καὶ τὸν ταμίαν , ὁπότ’ ἄριστον παραθήσει
614 καταρασάμενος καὶ τονθορύσας . ἀλλ’ ἢν μή μοι ταχὺ μάξῃ ,
615 τάδε κέκτημαι πρόβλημα κακῶν , σκευὴν βελέων ἀλεωρήν .
616 κἂν οἶνόν μοι μὴ ’γχῇς σὺ πιεῖν , τὸν ὄνον τόνδ’ ἐσκεκόμισμαι
617 οἴνου μεστόν , κᾆτ’ ἐγχέομαι κλίνας · οὗτος δὲ κεχηνὼς
618 βρωμησάμενος τοῦ σοῦ δίνου μέγα καὶ στράτιον κατέπαρδεν .
620 ἆρ’ οὐ μεγάλην ἀρχὴν ἄρχω καὶ τοῦ Διὸς οὐδὲν ἐλάττω ,
621 ὅστις ἀκούω ταὔθ’ ἅπερ Ζεύς ;
622 ἢν γοῦν ἡμεῖς θορυβήσωμεν ,
623 πᾶς τίς φησιν τῶν παριόντων ,
624 " οἷον βροντᾷ τὸ δικαστήριον , "
625 " Ζεῦ βασιλεῦ . "
626 κἂν ἀστράψω , ποππύζουσιν
627 κἀγκεχόδασίν μ’ οἱ πλουτοῦντες