Πρύτανις
934 παῖ’ ἢν προσίῃ τις .
Γυνὴ
νὴ Δί’ ὡς νῦν δή γ’ ἀνὴρ
935 ὀλίγου μ’ ἀφείλετ’ αὐτὸν ἱστιορράφος .
Μνησίλοχος
936 πρύτανι πρὸς τῆς δεξιᾶς , ἥνπερ φιλεῖς
937 κοίλην προτείνειν ἀργύριον ἤν τις διδῷ ,
938 χάρισαι βραχύ τί μοι καίπερ ἀποθανουμένῳ .
Πρύτανις
939 τί σοι χαρίσωμαι ;
Μνησίλοχος
γυμνὸν ἀποδύσαντά με
940 κέλευε πρὸς τῇ σανίδι δεῖν τὸν τοξότην ,
941 ἵνα μὴ ’ν κροκωτοῖς καὶ μίτραις γέρων ἀνὴρ
942 γέλωτα παρέχω τοῖς κόραξιν ἑστιῶν .
Πρύτανις
943 ἔχοντα ταῦτ’ ἔδοξε τῇ βουλῇ σε δεῖν ,
944 ἵνα τοῖς παριοῦσι δῆλος ᾖς πανοῦργος ὤν .
Μνησίλοχος
945 ἰαππαπαιάξ · κροκώθ’ οἷ’ εἴργασαι ·
946 κοὐκ ἔστ’ ἔτ’ ἐλπὶς οὐδεμία σωτηρίας .