Εὐριπίδης
911 ἔγνως ἄρ’ ὀρθῶς ἄνδρα δυστυχέστατον .
Μνησίλοχος
912 χρόνιος ἐλθὼν σῆς δάμαρτος ἐσχάρας
914 λαβέ με λαβέ με πόσι , περίβαλε δὲ χέρας .
915 φέρε σὲ κύσω . ἄπαγέ μ’ ἄπαγ’ ἄπαγέ με
916 λαβὼν ταχὺ πάνυ .
Γυνὴ
κλαύσετ’ ἄρα νὴ τὼ θεὼ
917 ὅστις σ’ ἀπάξει τυπτόμενος τῇ λαμπάδι .
Εὐριπίδης
918 σὺ τὴν ἐμὴν γυναῖκα κωλύεις ἐμέ ,
919 τὴν Τυνδάρειον παῖδ’ , ἐπὶ Σπάρτην ἄγειν ;
Γυνὴ
920 οἴμ’ ὡς πανοῦργος καὐτὸς εἶναί μοι δοκεῖς
921 καὶ τοῦδέ τις ξύμβουλος . οὐκ ἐτὸς πάλαι
922 ᾐγυπτιάζετ’ . ἀλλ’ ὅδε μὲν δώσει δίκην .
923 προσέρχεται γὰρ πρύτανις χὠ τοξότης .
Εὐριπίδης
924 τουτὶ πονηρόν · ἀλλ’ ὑπαποκινητέον .
Μνησίλοχος
925 ἐγὼ δ’ κακοδαίμων τί δρῶ ;
Εὐριπίδης
μέν’ ἥσυχος .
926 οὐ γὰρ προδώσω σ’ οὐδέποτ’ , ἤνπερ ἐμπνέω ,
927 ἢν μὴ προλίπωσ’ αἱ μυρίαι με μηχαναί .
Μνησίλοχος
928 αὕτη μὲν μήρινθος οὐδὲν ἔσπασεν .
Πρύτανις
929 ὅδ’ ἔσθ’ πανοῦργος ὃν ἔλεγ’ ἡμῖν Κλεισθένης ;
930 οὗτος τί κύπτεις ; δῆσον αὐτὸν εἰσάγων
931 τοξότ’ ἐν τῇ σανίδι , κἄπειτ’ ἐνθαδὶ
932 στήσας φύλαττε καὶ προσιέναι μηδένα
933 ἔα πρὸς αὐτόν , ἀλλὰ τὴν μάστιγ’ ἔχων